Πηγή Φωτογραφιών: Pexels και Google Images


Χτισμένη νότια της Νάπολης, πλάι στην Τυρρηνική θάλασσα και μερικά χιλιόμετρα από τον Βεζούβιο, η Πομπηία αποτελεί έναν από τους διασημότερους αρχαιολογικούς τόπους, ο οποίος δέχεται ετησίως εκατομμύρια επισκεπτών. Πώς και γιατί, όμως, η πόλη που άλλοτε έσφυζε από ζωή κατέληξε να καταστραφεί ολοσχερώς;

Με πληθυσμό σχεδόν τριάντα χιλιάδων κατοίκων, η Πομπηία στην αρχαιότητα αποτελούσε μια από τις πιο ανθηρές πόλεις και λειτουργούσε ως θέρετρο, για όσους - εκτός από τους μόνιμους κατοίκους - διέθεταν εκεί κάποια έπαυλη

Οι λόφοι της περιοχής ήταν γόνιμοι και πλούσιοι, γεμάτοι αμπέλια, με τον γεωγράφο ιστορικό Στράβωνα να αναφέρει ότι ο Βεζούβιος, το ηφαίστειο - βουνό, που δεσπόζει στις δυτικές ακτές της Ιταλίας, υπήρξε ένα εντυπωσιακό και όμορφο βουνό, σκεπασμένο με αγρούς, με μοναδική εξαίρεση την κορυφή του, η οποία ήταν επίπεδη και μαύρη, γεγονός που είχε κάνει τους κατοίκους να θεωρούν πως επρόκειτο για ένα ανενεργό ηφαίστειο.

Το 62 μ.Χ. οι ζωηροί ρυθμοί της Πομπηίας σίγησαν, προσωρινά, όταν ένας σφοδρός σεισμός συντάραξε την πόλη, κάτι που οι ιστορικοί έχουν χαρακτηρίσει ως ένα προμήνυμα της καταστροφής που θα ακολουθούσε μερικά χρόνια αργότερα. Μετά το σεισμό, οι κάτοικοι κατάφεραν να ξαναχτίσουν τα σπίτια τους, που επλήγησαν από τον σεισμό και συνέχισαν τη ζωή τους, χωρίς να περιμένουν αυτό που θα ακολουθούσε.

Η καταστροφή της πόλης ήρθε την 14η Αυγούστου του 79 μ.Χ., όταν, έπειτα από μια τρομακτική έκρηξη του ενεργού Βεζούβιου που σημειώθηκε και προκάλεσε πύρινη βροχή ηφαιστειακών αναβλημάτων, η πόλη καλύφθηκε από στάχτη και ελαφρόπετρα.

Οι κάτοικοι, που δεν κατάφεραν να διαφύγουν, πέθαναν ακαριαία.Σύμφωνα, με τα σύγχρονα ευρήματα, γυναίκες, άνδρες και παιδιά θάφτηκαν ζωντανοί, ενώ έκαναν τις καθημερινές τους δραστηριότητες και προσπαθούσαν να γλυτώσουν.

Θύμα της μοιραίας εκείνης έκρηξης «έπεσε» κι ο γνωστός Ρωμαίος συγγραφέας, φυσιοδίφης και στρατηγός Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, όταν, διορισμένος ως διοικητής του ρωμαϊκού στόλου βρέθηκε κοντά στον κόλπο της Νάπολης. Ο ανιψιός του, Πλίνιος ο Νεότερος, μαρτυρεί πως η ισχυρή του επιθυμία να παρατηρήσει από κοντά το φαινόμενο, αλλά και να διασώσει φίλους του, τον οδήγησε να διασχίσει τον κόλπο ως τις Σταβίες, όπου εισπνέοντας τα δηλητηριώδη αέρια από το ηφαίστειο κατέρρευσε.

Η πρώτη ανακάλυψη της Πομπηίας έγινε το 1592, κατά την διάρκεια εργασιών για την κατασκευή του υδραγωγείου της πόλης Τόρε Ανουντσιάτα. Στα μέσα του 18ου αιώνα, κυνηγοί θησαυρών τέχνης άρχισαν να εισβάλλουν στα ερείπιά της θαμμένης πόλης, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον Βρετανό απεσταλμένο Ουίλλιαμ Χάμιλτον, που συγκέντρωσε μια υπέροχη συλλογή με ανεκτίμητα κομμάτια από την Πομπηία και το Ερκολάνο, τα οποία και πούλησε στο Βρετανικό Μουσείο για 8.400 στερλίνες.

Ωστόσο, η πρώτη οργανωμένη ανασκαφή, σε μεγάλη κλίμακα, ξεκίνησε το 1860, η οποία και αποκάλυψε, τελικά, την αρχαία τοποθεσία, όπως έχει διασωθεί μέχρι και σήμερα.

Από τότε, μουμιοποιημένα σώματα, ακέραιες πολυτελείς επαύλεις, οίκοι ανοχής, κεντρικοί δρόμοι με ποικιλία εμπορικών καταστημάτων, σκεύη, έπιπλα και πολυάριθμες τοιχογραφίες, γνωστές κι ως fresco, άρχισαν να βλέπουν το φως της δημοσιότητας.

Η Έπαυλη των Μυστηρίων και η οικία του Φαύνου αποτελούν τα καλύτερα παραδείγματα Ρωμαϊκών Επαύλεων, καθώς, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα ευρήματα φέρονται να διέθεταν προσωπικό αμπελώνα, πλειάδα δωματίων με μεγάλες βεράντες χτισμένα γύρω από μια κεντρική αυλή, τοιχογραφίες με πρωτότυπες απεικονίσεις μορφών, για πρώτη φορά, σε φυσικό μέγεθος, αγαλματίδια και μωσαϊκά με πιο χαρακτηριστικό αυτό που απεικονίζει την μάχη της Ισσού, το 333 π.Χ., το οποίο, πλέον, βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Νάπολης.