Πηγή Φωτογραφιών: Pexels


Περιτριγυρισμένη από τα νησιά των Κυκλάδων, η Σύρος, το νησί που είναι η πρωτεύουσα τους, συνδυάζει αρμονικά αντιθετικά στοιχεία: την Ορθοδοξία με τον Καθολικισμό, το κλασικό με το μοντέρνο, την παράδοση με τον κοσμοπολιτισμό.

Κατοικήθηκε από την προϊστορική εποχή (4000π.Χ) και η κατοχή της πέρασε διαδοχικά από τους Φοίνικες (3000π.Χ.) στους Μινωίτες, τους Μυκηναίους και στις αρχές της 1ης χιλιετίας π.Χ. στους Ίωνες. Στα κλασικά χρόνια συμμετείχε στην Αθηναϊκή Συμμαχία, μετά τη μάχη της Χαιρώνειας πέρασε στα χέρια των Μακεδόνων και στα ρωμαϊκά χρόνια τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα και τα νομίσματα, που βρέθηκαν, μαρτυρούν την ανάπτυξη του νησιού.

Στη βυζαντινή εποχή αποτελούσε τμήμα του Θέματος των Νήσων του Αιγαίου και το 1204 με την επικράτηση των Βενετών στο Αιγαίο, η Σύρος έγινε σημαντικό εμπορικό κέντρο της ανατολικής Μεσογείου. Τότε δημιουργήθηκε ο πρώτος αξιόλογος οικισμός, η Άνω Σύρος, οι κάτοικοι της οποίας ασπάστηκαν τον Καθολικισμό. Ωστόσο, διατηρήθηκε μια μικρή ενορία ορθοδόξων, αυτή του Αγίου Νικολάου «του Φτωχού».

Το 1579 ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα κατέλαβε το νησί για λογαριασμό των Οθωμανών, όμως ο σουλτάνος Μουράτ Γ΄ παραχώρησε στους Συριανούς μια σειρά προνομίων (χαμηλότερη φορολόγηση, απαγόρευση της εγκατάστασης γενιτσάρων, θρησκευτική ελευθερία), που καθόρισαν την ανάπτυξη του νησιού. Μετά την επιδημία πανώλης του 1728, άρχισε η σταδιακή οικονομική ανάκαμψη του τόπου, που τον 19ο αιώνα άκμασε εμπορικά, με την κίνηση στο λιμάνι του να αυξάνεται ραγδαία.

thess _moyseia_2

Η κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη της Σύρου συνεχίστηκε μετά την επανάσταση του 1821, όταν μια ομάδα προσφύγων από τα Ψαρά, τη Χίο, την Κρήτη και τη Μ.Ασία, εγκατέστησαν εδώ τις ναυτικές και εμπορικές τους δραστηριότητες. Το νησί πλέον απόκτησε μια μεγάλη παράδοση στην επιχειρηματικότητα, τις τέχνες και τον πολιτισμό.

Η περίοδος της ακμής της Σύρου κράτησε μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, οπότε αναπτύχθηκε το λιμάνι του Πειραιά και έγινε η διάνοιξη του Ισθμού της Κορίνθου.

Η Ερμούπολη είναι ο μεγαλύτερος οικισμός του νησιού, χτισμένη αμφιθεατρικά στους λόφους που περιβάλλουν το σημαντικό λιμάνι της, γνωστή για το ναυπηγείο, με τα αρχοντικά και την κοσμοπολίτικη αύρα της να μαρτυρούν την αίγλη της στον 19ο αιώνα, όταν ήταν σημαντικό εμπορικό, πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο του Αιγαίου. Εδώ θα δει κανείς:

✤ το Δημαρχείο στην κεντρική πλατεία, έργο του Ερνέστου Τσίλερ, που εγκαινιάστηκε το 1898,

✤το περίφημο θέατρο «Απόλλων», που κατασκευάστηκε στα 1862-1864, σε σχέδια το Ιταλού αρχιτέκτονα Πιέτρο Σαμπό, με πρώτη παράσταση το Ριγκολέτο του Βέρντι

✤τη λέσχη «Ελλάς»,

✤τον κινηματογράφο «Παλλάς»,

✤το μέγαρο του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου, κτήρια με σκάλες-κομψοτεχνήματα και θαυμάσιες τοιχογραφίες.

thess _moyseia_2

Στο τέρμα του παραλιακού δρόμου της Ερμούπολης υψώνονται οι παλιές αποθήκες διαμετακόμισης και το επιβλητικό κτήριο του Τελωνείου, επίσης του 19ου αιώνα, ενώ στην παραλία ο ταξιδιώτης θα βρει τα πάντα: καφέ-μπαρ, καταστήματα, ταβέρνες, εστιατόρια και το καζίνο που στεγάζεται σε δυο παραδοσιακά κτήρια του 1830, συνδεδεμένα με στοά.

Ακριβώς επάνω από την Ερμούπολη βρίσκεται η Άνω Σύρος, ένας προστατευόμενος ιστορικός οικισμός με πολύπλευρο χαρακτήρα. Έχει στοιχεία οχυρωμένου ενετικού οικισμού και, φυσικά, τα κλασικά κυκλαδίτικά ελικοειδή δρομάκια και τα ολόλευκα σπίτια. Στον οικισμό δεν κυκλοφορούν οχήματα, αφού τα σοκάκια έχουν πλάτος λιγότερο από δύο μέτρα και παντού υπάρχουν σκαλιά. Από τις παλιές επτά εισόδους του οικισμού, σήμερα υπάρχουν μόνο τρεις και στην κεντρική είσοδό του οδηγεί, από το λιμάνι, δρόμος ασφαλτοστρωμένος.

Στην Άνω Σύρο, δεν υπάρχει κεντρική πλατεία και σημείο αναφοράς είναι ο κεντρικότερος δρόμος της, η «Πιάτσα». Παντού είναι διάσπαρτα ορθόδοξα και καθολικά στοιχεία, ενώ στο ψηλότερο σημείο της δεσπόζει ο Καθεδρικός Ναός του Σαν Τζώρτζη.

Στο νησί υπάρχουν αρκετοί οικισμοί-χωριά, μεταξύ των οποίων:

✤ Ο Γαλησσάς, παραθαλάσσιο χωριό, από τα πιο τουριστικά της Σύρου. Στην κορυφή του λόφου του Γαλησσά βρίσκεται το γραφικό εκκλησάκι της Αγίας Υπακοής ή Αγίας Πακού, με καταπληκτική θέα στο Αιγαίο και έναν επίσης μικροσκοπικό, γραφικό κολπίσκο. Το δύσβατο μονοπάτι και τα πολλά μικρά σκαλοπάτια που οδηγούν εκεί μας ανταμείβουν με τη μαγευτική πανοραμική θέα.

thess _moyseia_2

Στον Γαλησσά βρίσκεται και το εκκλησάκι του Αγίου Στέφανου, ένα από τα 10 καλύτερα του κόσμου, που είναι χτισμένα μέσα σε σπηλιές. Σύμφωνα με την παράδοση, το εκκλησάκι ήταν η εκπλήρωση ενός τάματος που έκανε στον συνονόματό του άγιο ένας ψαράς, όταν κινδύνεψε από ένα χταπόδι που τον τραβούσε στον πυθμένα της θάλασσας. Το εκκλησάκι, μέσα σε μικρή σπηλιά που δημιουργείται από τα βράχια, έχει μόνο δυο τοίχους φτιαγμένους από ανθρώπινο χέρι. Η πρόσβαση στο χώρο γίνεται με βάρκα ή με περπάτημα για 15 λεπτά από την παραλία του Γαλησσά.

✤ Σε απόσταση 5χλμ. από την Ερμούπολη είναι ο τουριστικά αναπτυσσόμενος οικισμός της Αζόλιμνου και σε κοντινή απόσταση βρίσκεται το ακρωτήριο

✤ Φωκιότρυπες, η μικρή παραλία του οποίου συγκεντρώνει φώκιες, γλάρους, κορμοράνους και μαυροπετρίτες.

✤ Δέκα χιλιόμετρα δυτικά της Ερμούπολης βρίσκεται το Κίνι, ένα από τα ομορφότερα σημεία του νησιού με μια από τις πιο γραφικές παραλίες. Το ορειχάλκινο άγαλμα της Γοργόνας Παναγιάς, μαζί με το μαγευτικό ηλιοβασίλεμα του τόπου είναι κομμάτι της ταυτότητας του οικισμού. Η γλυπτική σύνθεση του Γεώργιου Ξενούλη, πάνω σε τεχνητό βράχο λαξευμένο από πέτρες, παριστά μια γυναίκα με μορφή γοργόνας που κρατά στην αγκαλιά της ένα νεκρό νεαρό άνδρα, έργο αφιερωμένο σε όσους έχασαν τη ζωή τους στη θάλασσα.

Μια από τις βορειότερες παραλίες της Σύρου, μαζί με το Μέγα Λάκκο και τη Γριά Σπηλιά, είναι τα Γράμματα. Η παραλία πήρε το όνομά της από τις επιγραφές που έχουν χαράξει οι ναυτικοί στους βράχους της, με ευχές και παρακάλια προς τους θεούς, για να συνεχίσουν με ασφάλεια το ταξίδι τους. Οι επιγραφές αυτές, σώζονται ακόμα και σήμερα, ενώ, σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, χρονολογούνται από την κλασική αρχαιότητα μέχρι και τον μεσαίωνα.

thess _moyseia_2

Ο ποιητής και πεζογράφος Κώστας Ουράνης (1890-1953) μιλάει για την «παλιά καθολική Σύρο» και αποστρέφει το βλέμμα του από την Ερμούπολη, που τη θεωρεί «μια πόλη ευπρόσωπη - και ξεπεσμένη», μια «σύγχρονη πόλη, εμπορική και νεοπλουτική».

«Η Σύρος, από τη θάλασσα, είναι σα μια εξαίσια ακουαρέλα. Δυο ψηλοί κωνικοί λόφοι, σκεπασμένοι από τη ρίζα τους ως την κορφή τους με άσπρα, ρόδινα και γαλάζια σπίτια, καθρεφτίζονται πάνω στα γαλήνια νερά.

Οι δυο αυτοί λόφοι είναι δυο κόσμοι.

Ο ένας είναι η νέα πόλη, η Ερμούπολις, που φάνηκε μια εποχή να δικαιολογεί την ονομασία της, γιατί είχε γίνει ένα μεγάλο εμπορικό και ναυτικό κέντρο. Έχει φαρδιούς και ίσιους δρόμους, μεγάλα συμμετρικά σπίτια και μια μεγάλη πλακοστρωμένη πλατεία, όπου τ’ απογέματα μαζεύεται η καλή κοινωνία της Σύρου για ν’ ακούει τη φιλαρμονική να παίζει παλιές όπερες και για ν’ αλληλοκοιτάζεται. Είναι μια πόλη ευπρόσωπη — και ξεπεσμένη. Η ναυτική και εμπορική τις κίνηση είναι, σήμερα, ασήμαντη. Τα περισσότερα καταστήματά της στην παραλία, που τα βράδια φωτίζονται με πολύχρωμα λαμπιόνια, δεν πουλάνε παρά λουκούμια — τα περίφημα συριανά λουκούμια, που όλοι οι ταξιδιώτες των βαποριών της γραμμής θεωρούν καθήκον τους να βγουν και ν’ αγοράσουν για να τα Σπάνε δώρο στους δικούς τους. […]

Tον άλλο λόφο —αριστερά σ’ όποιον μπαίνει στο λιμάνι— είναι η παλιά πόλη. Τη στεφανώνει μια πανάρχαια καθολική μητρόπολη, που χρονολογείται, όπως λένε, από τον καιρό του Λουδοβίκου του ΙΒ΄. Τα χρόνια που την επισκέφθηκε ο ταξιδιώτης Τουρνεφώρ, ήταν «η πιο καθολική πολιτεία όλου του Αρχιπελάγους». Είναι και σήμερα, αλλ’ αυτό δε σημαίνει πια μεγάλα πράματα. Ήταν όμως καιρός που ο καθολικισμός γνώρισε μέρες μεγάλης δόξας σε μερικά από τα νησιά των Κυκλάδων: ο καιρός των Σταυροφοριών και της βενετσιάνικης θαλασσοκρατορίας. Οι μεγάλες οικογένειες με τα ξενικά και χτυπητά ονόματα, που είχαν ριζώσει στα νησιά, ήταν όλες καθολικές. Τα νησιά ήταν τα φέουδά τους. Είχαν μεγάλα κτήματα, ήταν πλούσιες, διευθύνανε τα πάντα. Σήμερα, από τα μεγαλεία αυτά, οι απόγονοι των οικογενειών εκείνων δε διατηρούν παρά τη νοσταλγική τους ανάμνηση. […]

Η ομορφιά της δεν είναι απλώς η μελαγχολική και παράδοξη ομορφιά που αποτυπώνει, τόσο στα πρόσωπα, όσο και στα πράματα, ο θάνατος. Πλάι στη σύγχρονη πόλη την εμπορική και νεοπλουτική, η παλιά πολιτεία δημιουργεί μίαν αντίθεση συγκινητική. Θυμίζει τις γερασμένες αρχόντισσες που διατηρούνε στα μαραμένα τους χαρακτηριστικά τα ίχνη μιας εξαϋλωμένης ομορφιάς και στη μελαγχολία του βλέμματός τους μακρινά οράματα μεγαλείων. Τα βράδια, όταν ανάβουν τα φώτα της προκυμαίας στην Ερμούπολη κι ακούονται ήχοι φωνογράφων κι ο κόσμος πηγαινοέρχεται στην πλακοστρωμένη πλατεία, η παλιά Σύρος απομένει σιωπηλή και σχεδόν σκοτεινή. Ίσως να ήταν μια εποχή που η ζωή της νέας πολιτείας να τη γέμιζε ζήλεια και πικρία. Σήμερα όμως αισθάνεται κανείς ότι την αφήνει αδιάφορη. Έχει την υπέρτατη αδιαφορία των ανθρώπων που, χωρίς ακόμα να έχουν πεθάνει, έχουν παύσει ν’ ανήκουν στη ζωή[…].

Κώστας Ουράνης, «Στην παλιά καθολική Σύρο», Ταξίδια στην Ελλάδα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1998 σ. 223-227.