tosca_1

«Vissi d'arte, vissi d'amore»: Τόσκα, η σπαρακτική όπερα του Τζάκομο Πουτσίνι

Μουσική

Πηγές Φωτογραφιών: Pexels και Google Images

Της Παναγιώτας Απέργη

Η γεμάτη σπαραγμό «Τόσκα» του Τζάκομο Πουτσίνι είναι μια από τις πιο δημοφιλείς και αγαπημένες όπερες όλων των εποχών, με τον έρωτα και τον θάνατο να είναι κυρίαρχα στοιχεία του έργου.

Η πλοκή της περιλαμβάνει τον έρωτα, τη ζήλεια, το μίσος, την αγάπη για την πατρίδα, την πίστη στη φιλία, τη λαγνεία, τη διαστροφή, την εξαπάτηση, την πανουργία, αλλά και το πνεύμα της θυσίας.

Το 1887, ο Τζάκομο Πουτσίνι (1858-1924) είδε το θεατρικό έργο «Τόσκα» του Βικτοριέν Σαρντού, στο Παρίσι, με τη Σάρα Μπερνάρ στον ρόλο της Τόσκα, ενθουσιάστηκε και ζήτησε τα δικαιώματα του έργου, πράξη που έγινε και από δυο άλλους συναδέλφους του, τους Τζουζέπε Βέρντι και Αλμπέρτο Φραντσέτι. Πέρασαν δώδεκα χρόνια, όταν το 1897 ο Πουτσίνι, ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του ιταλικού βερισμού, έχει έτοιμη την όπερά του σε λιμπρέτο των Λουίτζι Ίλικα και Τζουζέπε Τζακόζα.

 tosca_2

Ο βερισμός στη μουσική αποτέλεσε την αντίδραση στον βαγκνερικό ιδεαλισμό και είναι η αισθητική αντίληψη στη μουσική από το τέλος του 19ου αιώνα που μέσω του λυρικού θεάτρου παρουσιάζει θέματα της καθημερινής ζωής με έμφαση στον ρεαλισμό και τα βίαια πάθη.

«Κάνω θέατρο, οπτικοποιώ τη σκηνική δράση. […]Βλέπω στην Τόσκα την όπερα που χρειάζομαι, χωρίς υπέρμετρες διαστάσεις, χωρίς περίτεχνο θέαμα και που δεν θα ζητήσει την υπερβολική έκταση της μουσικής». - Τζάκομο Πουτσίνι

Το έργο, σε τρεις πράξεις παρουσιάσθηκε για πρώτη φορά στις 14 Ιανουαρίου1900, στη Ρώμη, στο Θέατρο Κοστάντσι, με παρουσία της πολιτικής και πολιτειακής ηγεσίας της Ρώμη, καθώς και των διανοούμενων και κοσμικών της εποχής. Τον επώνυμο ρόλο ερμήνευσε η Ρουμάνα σοπράνο Χαρίκλεα Νταρκλέ (με ελληνική καταγωγή από τους Μαυροκορδάτους) και ο Πουτσίνι και όλοι οι συντελεστές της παράστασης αποθεώθηκαν από τους θεατές.

Το έργο, μία τραγική ερωτική ιστορία με πολιτικό υπόβαθρο, έγινε από τα πιο αγαπημένα του κοινού της όπερας με τα παράφορα πάθη να τονίζονται από την υποβλητική μουσική του Πουτσίνι, η οποία αποδίδει άμεσα και χωρίς καμία ωραιοποίηση τις παράφορες καταστάσεις και τις νοσηρές όψεις της ζωής, ενώ, συγχρόνως, η σκηνική δράση παρουσιάζει όχι μόνο τα συναισθήματα των προσώπων αλλά και τα όσα, τελικά, θα αναγκαστούν ή θα αποφασίσουν να κάνουν.

 tosca_4

Με φόντο τη Ρώμη του 1800, όπου κυριαρχούν οι Βουρβόνοι, μια φημισμένη τραγουδίστρια της εποχής, η Φλόρια Τόσκα, είναι ερωτευμένη με τον ζωγράφο και αγνό πατριώτη Μάριο Καβαραντόσι, τον οποίο ζηλεύει παθολογικά. Ο Βαρώνος Σκάρπα, αρχηγός της αστυνομίας, ένας σκοτεινός άνθρωπος με απόλυτη εξουσία που απολαμβάνει τον πόνο των θυμάτων του, συλλαμβάνει τον Καβαρντόσι, που οδηγείται στον θάνατο όχι για τις ιδέες του, αλλά επειδή κατέχει την Τόσκα , την οποία επιθυμεί ο Σκάρπα, από τις παγίδες του οποίου δεν ξεφεύγει κανείς. Ο Σκάρπα, διαβολικά, θα επιδείξει την δεσποτική εξουσία του, καθορίζοντας τις εξελίξεις που επιφέρουν τον δικό του χαμό, τον θάνατο του αντιζήλου του και τη θεαματική αυτοκτονία της Τόσκα.

«Ω, Σκάρπα, ενώπιον του Θεού!» - τελευταία φράση της Τόσκα

Ο διακεκριμένος Αργεντινός σκηνοθέτης Ούγκο ντε Άνα, διάσημος για τα μνημειώδη σκηνικά του και την εντυπωσιακή χρήση φωτισμών και βίντεο, ο οποίος υπέγραψε την παράσταση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (Ε.Λ.Σ.), το καλοκαίρι του 2012, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, δήλωσε: «Χωρίς αμφιβολία και όχι συμπτωματικά, η «Τόσκα» συγκαταλέγεται στις δημοφιλέστερες όπερες του Πουτσίνι, ο οποίος επιθυμούσε να συνθέσει μία μελωδική όπερα. Ήθελε να δημιουργήσει μία μουσική, που έρχεται από την καρδιά και μιλάει στην καρδιά. Ως προς αυτό, ο μουσικός εμφανίζεται αδιαχώριστος από τον «άνθρωπο του θεάτρου», όπως ο «μελωδιστής» δεν μπορεί να διαχωριστεί από τον «συμφωνιστή»».

Τον ρόλο της Τόσκα έχουν ερμηνεύσει με επιτυχία οι υψίφωνοι Ζίνκα Μιλάνωφ, Μονσεράτ Καμπαγιέ, Μιρέλα Φρένι, Ράινα Καμπαϊβάνσκα, Ρενάτα Σκότο και Άντζελα Γκεοργκίου.

Ωστόσο, δεν χωρά καμία αμφιβολία ότι η Μαρία Κάλλας είναι η κορυφαία Τόσκα της μουσικής ιστορίας, που βρήκε το alter ego της στον ρόλο της τραγουδίστριας της όπερας, που (όπως κι εκείνη)είχε παραδοθεί απόλυτα στα ένστικτά της και είχε ερωτευτεί και ζήλευε παράφορα.

 tosca_3

Το 1942, δεκαεννιά μόλις χρόνων, η Κάλλας ενσάρκωσε για πρώτη φορά στην Εθνική Λυρική Σκηνή, στο θερινό Θέατρο της Πλατείας Κλαυθμώνος της Τόσκα, αλλά η ηχογράφηση του 1953, υπό τη διεύθυνση του Βίκτορ ντε Σάμπατα, είναι αυτή που έχει την ένταση και το μεγαλείο, που απαιτούν οι άγριες καταστάσεις του έργου.

«Χάθηκε για πάντα το ερωτικό μου όνειρο. Η ώρα πέρασε και πεθαίνω απελπισμένος! Και πεθαίνω απελπισμένος! Και ποτέ δεν αγάπησα τόσο τη ζωή, τόσο τη ζωή! - τελευταία λόγια του Καβαραντόσι

Στις 5 Ιουλίου 1965, η Μαρία Κάλλας εμφανίστηκε για τελευταία φορά σε παράσταση όπερας στο Κόβεντ Γκάρντεν, στο Λονδίνο, με σκηνοθέτη τον Φράνκο Τζεφιρέλι, ερμηνεύοντας την τραγική «Τόσκα», σε μια φωνητική αποθέωση του ρόλου, αν και η υγεία της και η ψυχολογική της κατάσταση είχαν πληγεί αντίστοιχα, από τον χρόνο και από τον μάταιο έρωτά της για τον Αριστοτέλη Ωνάση, που τελικά την εγκατέλειψε.

Τα τελευταία λόγια της Τόσκα ταιριάζουν απόλυτα στα χείλη της Ελληνίδας ντίβας: «Έχω ζήσει για την τέχνη, έχω ζήσει για την αγάπη».