Στραγγαλιστής της Βοστόνης: Ένας δολοφόνος που δεν ταυτοποιήθηκε ποτέ
- Παναγιώτα Απέργη - 14 Ιανουαρίου 2026
Ας δούμε, λοιπόν, την αληθινή ιστορία πίσω από τις δύο ταινίες του 1968 και του 2023 με πρωταγωνιστές τους Χένρι Φόντα, Τζορτζ Κένεντι, Τόνι Κέρτις κ.ά. και Κίρα Νάιτλι, Κάρι Κουν, Αλεσάντρο Νιβόλα, Κρις Κούπερ κ.ά., αντίστοιχα.
Όλα ξεκίνησαν τον Ιούνιο του 1962, όταν μία σειρά από δολοφονίες γυναικών, ηλικίας 19 και 85 ετών, συγκλόνισαν την Βοστόνη, καθώς τα θύματα εντοπίζονταν σεξουαλικά κακοποιημένα και στραγγαλισμένα στα διαμερίσματά τους. Αρχικά, η αστυνομία πίστευε ότι ο δράστης ήταν ένας και μόνο άνδρας και γνωστός στα θύματα, καθώς δεν υπήρχαν ίχνη παραβίασης των σπιτιών. Παρά την εκτενή δημοσιότητα από τα Μέσα Ενημέρωσης, οι επιθέσεις συνεχίστηκαν, με γυναίκες κάθε ηλικίας να εξοπλίζονται με δακρυγόνα και νέες κλειδαριές για τις πόρτες τους, ενώ αρκετές κατέφυγαν σε συγγενείς τους εκτός πόλης, φοβούμενες για τη ζωή τους.

Ωστόσο, πέρα από τη Βοστόνη, δολοφονίες με το ίδιο μοτίβο καταγράφηκαν και σε κοντινές πόλεις, γεγονός που περιέπλεξε τόσο τις έρευνες όσο και τη δικαιοδοτική εποπτεία για τη δίωξη των εγκλημάτων, με τον Γενικό Εισαγγελέα της Μασαχουσέτης, Έντουαρντ Μπρουκ, ο οποίος βοήθησε στο συντονισμό των διαφόρων αστυνομικών δυνάμεων, να επιστρατεύει τον παραψυχολόγο Πίτερ Χούρκος, που ήταν γνωστός για την υποτιθέμενη υπεραισθητική του αντίληψη. Αναλύοντας τις υποθέσεις, ο Χούρκος ισχυρίστηκε ότι υπεύθυνος ήταν ένας και μόνο άνθρωπος, παρέχοντας, μάλιστα, μια λεπτομερή περιγραφή του δράστη, με τον Τύπο να γελοιοποιεί με σειρά δημοσιευμάτων τον Μπρουκ και τον δράστη να παραμένει για δύο χρόνια ασύλληπτος.

Τελικά, στις 27 Οκτωβρίου 1964, η βοστονέζικη αστυνομία προχώρησε στη σύλληψη ενός άγνωστου στις Αρχές άνδρα, ονόματι Άλμπερτ Ντεσάλβο, ο οποίος μπήκε στο σπίτι μιας νεαρής γυναίκας, προσποιούμενος τον ντετέκτιβ, την έθεσε στο κρεβάτι, την κακοποίησε σεξουαλικά και έφυγε ξαφνικά, λέγοντας «συγγνώμη». Μάλιστα, ο Ντεσάλβο συνελήφθη για βιασμό, ωστόσο, ομολόγησε στον συγκρατούμενό του ότι αυτός κρυβόταν πίσω από τις δολοφονίες του «Στραγγαλιστή της Βοστόνης», όπως τον αποκαλούσαν τα Μέσα της εποχής. Η ομολογία μεταφέρθηκε στην αστυνομία, η οποία εντυπωσιάστηκε από την ακρίβεια των περιγραφών του ΝτεΣάβλο για τις σκηνές του εγκλήματος, καθώς παρά μερικές ασάφειες, γνώριζε λεπτομέρειες που δεν είχαν δημοσιοποιηθεί.

Παρόλα αυτά, λόγω έλλειψης στοιχείων που να τεκμηριώνουν την ομολογία του, ο Ντεσάλβο δικάστηκε και καταδικάστηκε το 1967 σε ισόβια κάθειρξη για εγκλήματα ληστείας και σεξουαλικών αδικημάτων. Τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους και αφού δραπέτευσε μαζί με δύο συγκρατούμενους του από το Κρατικό Νοσοκομείο Μπρίτζγουότερ, μεταφέρθηκε στη κρατική φυλακή υψίστης ασφαλείας Γουόλπολ, όπου το 1973 βρέθηκε μαχαιρωμένος στο αναρρωτήριο της φυλακής.
Ήδη από τον πρώτο καιρό της σύλληψης του Ντεσάλβο, υπήρχαν αμφιβολίες για το κατά πόσο ήταν ο μοναδικός δράστης, καθώς άτομα που τον γνώριζαν προσωπικά ανέφεραν ότι δεν τον θεωρούσαν ικανό για τόσο βίαια εγκλήματα, ενώ ειδικοί ανέφεραν ότι δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί κατά συρροήν δολοφόνος, δεδομένου ότι οι φόνοι του δεν είχαν κοινό τύπο θυμάτων ή μεθόδου.

Μάλιστα, το 1968, ο ιατρικός διευθυντής του Κρατικού Νοσοκομείου Μπρίτζγουότερ, Έιμις Ρόμπει, επέμεινε ότι ο Ντεσάλβο ομολόγησε γιατί είχε «απελπιστικά την ανάγκη να αναγνωριστεί», ενώ ο Τζορτζ Χάρισον, ένας πρώην συγκρατούμενός του, ισχυρίστηκε ότι είχε ακούσει έναν άλλο κατάδικο να καθοδηγεί τον Ντεσάλβο σχετικά με τις λεπτομέρειες των δολοφονιών. Αρκετές δεκαετίες αργότερα, η δικηγόρος και πρώην δημοσιογράφος Ελέιν Σαρπ ανέλαβε την υπόθεση της οικογένειας Ντεσάλβο και της οικογένειας της Μέρι Σάλιβαν, του τελευταίο θύματος του «Στραγγαλιστή της Βοστόνης», προσπαθώντας να αποκτήσει πληροφορίες και να εντοπίσει αποδεικτικά στοιχεία για το τι ακριβώς συνέβη εκείνη την εφιαλτική διετία, παρατηρώντας αρκετές ασυνέπειες μεταξύ των ομολογιών του Ντεσάλβο και των πληροφοριών από τον τόπο του εγκλήματος.
Ωστόσο, το 2013, το Αστυνομικό Τμήμα της Βοστόνης ανακοίνωσε ότι βρήκε στοιχεία DNA που συνέδεαν τον Ντεσάλβο με τη Σάλιβαν, κι όχι με άλλα θύματα, καθώς το DNA που βρέθηκε στον τόπο του εγκλήματος ταίριαζε «σχεδόν απόλυτα» με το Y-DNA που ελήφθη από έναν ανιψιό του Ντεσάλβο.


