Αλεξία Κέπελη στο newstrip.gr: «Η επιτυχία έχει γίνει το βαρόμετρο της ευτυχίας μας»

Διαβάζοντας κανείς το τελευταίο μυθιστόρημα της Αλεξίας Κεπέλη, τη «Μέντορα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα, αισθάνεται ότι μεταφέρεται σε έναν κόσμο που μοιάζει πολύ στο ελληνικό σήμερα και αύριο, την οργουελική Ωκεανία, αλλά και τον κόσμο του Μπράντμπερι.

Πρωταγωνίστρια του βιβλίου είναι η Λητώ, μία άκρως ενδιαφέρουσα και αντιφατική ηρωίδα, η οποία έχει γίνει κομμάτι του συστήματος που ελέγχει, έχοντας πουλήσει την ψυχή της στον διάβολο για να εξελιχθεί στο σώμα των Ρυθμιστών της Vis, με στόχο την ανώτερη θέση στην ιεραρχία, αυτή της Μέντορα.

Μιλώντας στο newstrip.gr, η Αλεξία Κέπελη αναφέρεται στα όρια των επιλογών, τις ενοχές για τον ελεύθερο χρόνο και το τίμημα της επιτυχίας στη σύγχρονη κοινωνία, τις λογοτεχνικές της επιρροές, αλλά και τη δύναμη της δυστοπικής λογοτεχνίας να θέτει καίρια ερωτήματα για το παρόν και το μέλλον μας.

«Η Μέντορας»: το τελευταίο σας βιβλίο, το οποίο συνταιριάζει το δυστοπικό με το βαθιά κοινωνικό στοιχείο. Πώς γεννήθηκε η ιδέα για τη συγγραφή του;

Υπήρχαν κάποια θέματα τα οποία με απασχολούσαν για καιρό. Περισσότερο από όλα, η οικονομική και εργασιακή επισφάλεια που είναι μια σταθερή πραγματικότητα για τη γενιά μου. Παράλληλα, με απασχολούσε έντονα το πώς φαίνεται να έχουμε αποδεχτεί κάποιες καταστάσεις ή τουλάχιστον να μην αντιδράμε έντονα απέναντι σε αυτές. Για παράδειγμα, το ότι καλούμαστε να ζήσουμε με πενιχρούς μισθούς –ειδικά οι νέοι–, ενώ όλα γύρω μας αυτή τη στιγμή ακριβαίνουν αβάσταχτα.

Φαντάστηκα, λοιπόν, ένα άκρως ανθρωποφαγικό και σκληρό σύστημα, το οποίο εστιάζει αποκλειστικά στην «επιτυχία» και την «πρόοδο» της χώρας, με κάθε κόστος. Και συνήθως το κόστος είναι οι άνθρωποι, που επί της ουσίας αντιμετωπίζονται ως αριθμοί και ως «γρανάζια» στη μηχανή. Ένα σύστημα εδραιωμένο, καθώς οι άνθρωποι στους οποίους επιβάλλεται το έχουν εντέλει αποδεχθεί.

Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι ότι τα πρόσωπα που βλέπουμε στη «Μέντορα» έχουν ενοχές για πολύ απλά πράγματα, όπως λ.χ. τον ελεύθερό τους χρόνο. Σε μία Ελλάδα που οι ρυθμοί τρέχουν με απίστευτη ταχύτητα, πόσο σας προβληματίζει η αγωνιώδης προσπάθειά μας –ακόμη και των μικρών παιδιών– να πετύχουμε την τελειότητα σε κάθε τι που κάνουμε;

Ομολογώ ότι το κυνήγι της τελειότητας με προβληματίζει αρκετά και ήταν ένας από τους βασικούς πυλώνες στους οποίους βασίστηκε αυτό το βιβλίο. Εκτός, λοιπόν, των δύσκολων συνθηκών στις οποίες καλούμαστε να ανταπεξέλθουμε, φαίνεται πως δυσκολεύουμε ακόμα περισσότερο τους εαυτούς μας, απαιτώντας από εμάς να έχουμε επιτύχει τα πάντα (συνήθως μέχρι τα τριάντα), να έχουμε πολλά χρήματα, όμορφα σπίτια, ακριβά ρούχα, ακριβά αυτοκίνητα, συχνά με απώτερο στόχο να μπορούμε να τα επιδείξουμε όλα αυτά στους άλλους και να συγκριθούμε μαζί τους. Η επιτυχία έχει γίνει το βαρόμετρο της ευτυχίας μας. Κι αν η δική μας επιτυχία είναι λίγο μεγαλύτερη από των υπολοίπων, ακόμα καλύτερα.

Συνήθως ο συγγραφέας γνωρίζει το τέλος της ιστορίας και των ηρώων του από την αρχή. Είχατε εξ αρχής αποφασίσει την κατάληξη της ηρωίδας σας, της Λητούς, ή μέχρι τέλους σκεφτόσασταν να την αποσυνδέσετε από τις πράξεις της;

Ναι, ήξερα πώς θα κατέληγε. Μπορεί οι συνθήκες να ήταν τελικά λίγο διαφορετικές από τα διάφορα σενάρια που είχα φτιάξει στο μυαλό μου, αλλά η Λητώ βρέθηκε ακριβώς εκεί όπου έπρεπε να βρεθεί. Δεν ήθελα να την αποσυνδέσω καθόλου από όσα, εξαρχής, δεν έκρυβε πως είναι, από τον εαυτό της τουλάχιστον.

 papantwnioy_3

«Δεν υπάρχουν λέξεις που να μπορούν να το περιγράψουν. Ούτε μπορούσε να φτιάξει καινούριες. Ήταν απλώς...τίποτα. Ένα αδυσώπητο, μαύρο τίποτα.». Ένα απόσπασμα από το βιβλίο σας, το οποίο «χτυπά» στην καρδιά του αναγνώστη...Χωρίς να θέλω να κάνω spoiler, θα μπορούσε η Λητώ να αλλάξει τον δρόμο που είχε πάρει;

Ναι, είχε πολλές ευκαιρίες να το κάνει. Αλλά το να έχεις τις ευκαιρίες δεν αρκεί πάντα. Κι ένας άλλος δρόμος δεν εγγυάται πάντα και τη δική μας αλλαγή.

Οι Ρυθμιστές και κατ’ επέκταση το σύστημα Vis είναι μία συνθήκη, μία πραγματικότητα στις ζωές των ανθρώπων. Κάνοντας έναν παραλληλισμό με την Ελλάδα του 2026, πόσο σας φοβίζει ότι τείνουν να κανονικοποιούνται –άλλοτε λόγω της αδιαφορίας κι άλλοτε λόγω της αδράνειάς μας– καταστάσεις που κάθε άλλο παρά φυσιολογικές μπορούν να θεωρηθούν;

Με ανησυχεί και με προβληματίζει αρκετά. Ήταν ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους ήθελα να γράψω αυτό το μυθιστόρημα. Να μελετήσω κάπως αυτόν τον φόβο. Να δω τι ακριβώς θα σήμαινε κάτι τέτοιο αν μπορούσα να το τοποθετήσω σε μια ακραία συνθήκη. Θα ήθελα βέβαια εδώ να ξεκαθαρίσω ότι εννοείται ότι δεν είμαστε παθητικοί αποδέκτες των πάντων.

Φυσικά και αντιδράμε. Απλώς, το γεγονός ότι τα πράγματα που κερδίζονται σε σχέση με αυτά που χάνονται μοιάζουν να είναι τόσο λίγα (ή ίσως δεν ακούμε και τόσο πολύ για αυτά), κάπου και οι άνθρωποι χάνουν την ελπίδα τους. Φαντάζομαι, για παράδειγμα, πως πολλοί θα σκέφτηκαν: «Και γιατί να κατέβω εγώ στην πορεία για τα Τέμπη; Τι θα αλλάξει, δηλαδή;». Μπορεί και τίποτα ποτέ. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να συνεχίσουμε να αντιπαλεύουμε όσα είναι παράλογα.

Έχετε ασχοληθεί ξανά με δυστοπικά θέματα στο παρελθόν με την «Κυριαρχία της Σιωπής» από τις εκδόσεις Χάρτινη Πόλη. Αν υπάρχει κάτι που σας ελκύει στη δυστοπική λογοτεχνία, τι είναι αυτό;

Νομίζω πως είναι η δυνατότητα που μου δίνει να σκεφτώ ακραίες καταστάσεις. Εξασκώ τη φαντασία μου και τα όρια της γραφής μου. Και μπορώ να το κάνω με τέτοιο τρόπο ώστε να επεξεργάζομαι και να συζητάω μέσω των βιβλίων θέματα που απασχολούν τους ανθρώπους γύρω μου (κοινωνικά, ψυχολογικά, οικονομικά κ.ο.κ.).

Εστιάζοντας σε εσάς, στην Αλεξία ως συγγραφέα…Ποιο ήταν το έναυσμα για να ασχοληθείτε με τον θαυμαστό κόσμο της συγγραφής;

Νομίζω πως ήταν περισσότερο η αγάπη και ο θαυμασμός για τα ίδια τα βιβλία και τις δυνατότητές τους. Διαβάζω από μικρή και πάντα μου άρεσε να αλλάζω τις ιστορίες στο μυαλό μου· να σκέφτομαι διαφορετικούς ρόλους για τους χαρακτήρες, διαφορετικές καταστάσεις, σκηνές δράσης κ.λπ. Κάπως έτσι σκέφτηκα πως θα μπορούσα ίσως να δημιουργήσω μια εντελώς δική μου ιστορία από το μηδέν.

 papantwnioy_3

Αν μπορούσατε να ξεχωρίσετε τρεις συγγραφείς, από το ίδιο ή από διαφορετικά λογοτεχνικά είδη, ποιοι θα ήταν αυτοί και τι είναι αυτό που τους κάνει, κατά την άποψή σας, να ξεχωρίζουν;

Αν και είναι δύσκολο να εστιάσω μόνο σε τρεις, θα έλεγα:

Η Katie Kitamura, την οποία γνώρισα πρόσφατα χάρη στο μυθιστόρημά της Οντισιόν. Αυτό που τη διακρίνει είναι η ευκολία με την οποία, με τρομερή οικονομία και μέτρο στη γλώσσα, δημιουργεί μια πολυπρισματική ιστορία, που ξεπερνά κανόνες και όρια που συνήθως συνοδεύουν τη συγγραφή.

Η Shirley Jackson. Συγκεκριμένα έχω στο μυαλό μου το υπέροχο μυθιστόρημα Οι δαίμονες του Χιλ Χάους. Απαιτείται ιδιαίτερη μαεστρία για να κάνεις τον αναγνώστη να πιστέψει πως ένα σπίτι αναπνέει. Και άλλη τόση για να τον κάνεις την ίδια στιγμή να νιώθει ότι παραλογίζεται.

Ο Νίκος Καζαντζάκης. Νομίζω πως δεν χρειάζεται να εξηγήσω γιατί ξεχωρίζει. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι προσωπικά δεν έχω διαβάσει κάτι δικό του μέχρι στιγμής, το οποίο δεν με έχει κάνει να συγκινηθώ βαθιά. Όχι απαραίτητα να κλάψω. Αλλά να κινηθεί η ψυχή μου, με κάποιον, οποιονδήποτε τρόπο.

Αν και είναι λίγο νωρίς, ετοιμάζετε το επόμενο μυθιστόρημά σας; Τι να περιμένουμε από εσάς μελλοντικά;

Υπάρχει κάτι επάνω στο οποίο δουλεύω, ναι. Αλλά δεν ξέρω ακόμη πώς θα διαμορφωθεί. Οπότε ούτε καν εγώ δεν ξέρω τι να περιμένω! Θα το μάθουμε μαζί.