Μαίρη Κόντζογλου στο newstrip.gr: «Λείπουν οι αγωνιστές και οι ήρωες, αν και ποτέ δεν έπαψαν να υπάρχουν»
- Παναγιώτα Απέργη - 7 Απριλίου 2026
Στην τελευταία της διλογία (ή «μικρόκοσμο» όπως μου αρέσει να λέω) «Από Ήλιο σε Ήλιο», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και την οποία πλέον απολαμβάνουμε και τηλεοπτικά μέσα από τη συχνότητα της ΕΡΤ, η συγγραφέας καταφέρνει για άλλη μια φορά να συνδυάσει αρμονικά τη μυθοπλασία με την ιστορία, μεταφέροντας τον αναγνώστη στον τόπο που έχει θρέψει θεούς και ήρωες: τη Σέριφο. Με φόντο το απέραντο γαλάζιο και το σκότος των μεταλλωρυχείων, η Μαίρη Κόντζογλου αναβιώνει τη ματωμένη απεργία του 1916, μια από τις σημαντικότερες εργατικές κινητοποιήσεις στην Ελλάδα, την οποία περιπλέκει με λογοτεχνικά και υπαρκτά πρόσωπα, τα οποία διεκδικούν ένα καλύτερο προσωπικό και κοινωνικό μέλλον, σε μια κλειστή κοινωνία που «πνίγει» κάθε όνειρο και πρωτοβουλία.
Μιλώντας στο newstrip.gr, η Μαίρη Κόντζογλου αποκαλύπτει, μεταξύ άλλων, τη σπίθα της έμπνευσης για τη δημιουργία του «Από Ήλιο σε Ήλιο», τα ιστορικά δεδομένα τα οποία χαράχθηκαν στη μνήμη της, ενώ μιλά για τη δύναμη της Ιστορίας στο μέλλον ενός λαού, απαντώντας στο ερώτημα εάν τελικά έχουν εκλείψει από τον σύγχρονο κόσμο οι έννοιες του αγωνιστή και του ήρωα.
«Από ήλιο σε ήλιο»: Μια από τις ωραιότερες διλογίες που υπάρχουν αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα και, προσωπικά, από τις πιο αγαπημένες μου. Πώς καταφέρατε να εξισορροπήσετε τη «δοσολογία» της ιστορικής πραγματικότητας και της μυθοπλασίας;
Εξαρχής ήξερα πως θα έγραφα μια ιστορία που θα κατέληγε στην απεργία και στα αποτελέσματά της. Άρα έπρεπε να παρουσιάσω το νησί, την εποχή, την κοινωνία του, πώς είχε διαμορφωθεί μέσα από την ιστορία του –ακόμα και τη μυθολογία–, και τι σήμαινε για τους ανθρώπους του νησιού η δουλειά στα μεταλλεία, καθώς ήταν η μόνη που μπορούσαν να κάνουν .
Αυτό με οδήγησε στη «δοσολογία» που βέβαια άλλαξε αρκετές φορές μέχρι να πάρει την τελική μορφή. Ο συνδυασμός Ιστορίας και μυθοπλασίας έγινε με πολλή προσοχή και τεράστιο σεβασμό στους ανθρώπους εκείνους πρωτίστως. Διάβασα ό,τι σχετικό υπάρχει στη βιβλιογραφία –ελάχιστα πράγματα δυστυχώς– αλλά και ό,τι μπορεί να άγγιζε την ιστορία της Σερίφου.
Επίσης μελέτησα ό,τι υπάρχει για τα άλλα μεταλλεία της Ελλάδας αλλά και της Ευρώπης, συνέκρινα συνθήκες εργασίας, τρόπους εξόρυξης και μεταφοράς του μεταλλεύματος, θέματα αποζημιώσεων κ.λπ. Εν ολίγοις θα πω πως δεν απείχαν και πολύ απ’ ό,τι συνέβαινε στη Σέριφο. Έκανα επιτόπια έρευνα στο νησί, μπήκα στις στοές, μίλησα με απογόνους εργατών –έως τη δεκαετία τα ’60 τα μεταλλεία λειτουργούσαν–, μύρισα, γεύτηκα, άγγιξα, άκουσα ό,τι είχαν να μου πουν, είτε ιστορίες είτε τραγούδια. Πολλά «ευχαριστώ» στους Σερφιώτες και τις Σερφιώτισσες που σε όλο το στάδιο της συγγραφής ήταν κοντά μου και με διευκόλυναν για ό,τι ζητούσα.
Στην καρδιά του βιβλίου βρίσκεται η μεγάλη απεργία της Σερίφου, μια από τις πρώτες και από τις σημαντικότερες εργατικές κινητοποιήσεις στην Ελλάδα. Πόσα δεν γνωρίζουμε, τελικά, γι’ αυτό το συμβάν που οδήγησε σε εργατικές διεκδικήσεις, όπως η καθιέρωση του οκταώρου;
Η απεργία της Σερίφου ήταν μια παντελώς άγνωστη ιστορία στη συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου παρά το αποτέλεσμα που ήταν η καθιέρωση του οκταώρου εργασίας μέσα στις στοές. Και το τονίζω αυτό γιατί η εργασία εκτός των στοών συνέχισε να είναι ΑΠΟ ΗΛΙΟ ΣΕ ΗΛΙΟ.
Οι λόγοι που παρέμεινε άγνωστη, κατά τη γνώμη μου, είναι ίσως το ότι αφορούσε ένα μικρό ποσοστό του εργατικού δυναμικού της χώρας, ότι συνέβη σε ένα μικρό, άγονο νησί, ότι το σχετικά νεοσύστατο ελληνικό κράτος μόλις είχε βγει από τους Βαλκανικούς πολέμους, μόλις είχε προσαρτήσει τη Μακεδονία, βίωνε, στο πλαίσιο του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, έναν εθνικό διχασμό ενώ, βορειανατολικά, πάλευε να προσαρτήσει τη Θράκη. Ίσως και γιατί κάποιοι δεν ήθελαν να μαθευτεί ο αγώνας των εργατών και έτσι η μνήμη αυτή «σκεπάστηκε» με το πέρασμα του χρόνου.
Τι σας παρακίνησε να μετατρέψετε ένα ιστορικό γεγονός σε λογοτεχνικό καμβά, που συνδυάζει αληθινά γεγονότα και υπαρκτά πρόσωπα, όπως ο Σπέρας, ο Γκρόμαν ή ο Χρυσάνθου;
Η αδικία συνεχίζει να με πληγώνει όπως όταν ήμουν μικρό παιδί, δεν τη συνήθισα. Τη σπίθα όμως της έμπνευσης την άναψε η στάση των γυναικών της Σερίφου κατά τη διάρκεια της απεργίας. Όταν διάβασα τι έκαναν, πώς ξεπέρασαν τον εαυτό τους, πώς πήραν τον νόμο στα χέρια τους εκείνες οι καταπιεσμένες, οι αγράμματες, ταλαιπωρημένες γυναίκες που η μοίρα τους ήταν να δουλεύουν, να γεννούν παιδιά και να γηροκομούν γονείς και πεθερικά, ένιωσα όλη την αγανάκτηση και το φαρμάκι που τους δηλητηρίαζε τη ζωή. Έγραψα το βιβλίο για αυτές που δεν τις υπολόγισε κανείς αλλά και εκείνες με τη σειρά τους δεν υπολόγισαν τίποτα.
Πόσο εύκολη ή δύσκολη είναι η σκιαγράφηση υπαρκτών προσώπων που αξιοποιούνται οργανικά στον μίτο της μυθιστορίας;
Ο βίος του Κωνσταντίνου Σπέρα είναι γνωστός και καταγραμμένος. Τον μελέτησα και από τα δικά του γραπτά, που δεν ήταν βέβαια όλα για τη Σέριφο, από τις μαρτυρίες που υπάρχουν για εκείνον, από το ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ ΜΕΤΑΛΛΩΡΥΧΩΝ ΣΕΡΙΦΟΥ που συνέταξε και είναι υπόδειγμα καταστατικού, όπως και από την ενότητα που κατάφερε να επιτύχει μεταξύ των εργατών.
Ένας άνθρωπος σχετικά ευκατάστατος και μορφωμένος για την εποχή του που, από μικρό παιδί, αγωνίζεται για όσους βρίσκονται σε χειρότερη μοίρα από αυτόν, που τρέχει όπου τον χρειάζονται, φυλακίζεται, ταλαιπωρείται και πηγαίνει σε ένα «ραντεβού» ενώ ξέρει πως θα τον σκοτώσουν για τις ιδέες του, δεν μπορεί παρά να έχει τεράστια αγάπη για τον συνάνθρωπο. Όλοι κρινόμαστε από τις πράξεις μας, έτσι και εγώ στοιχειοθέτησα την προσωπικότητα του Κώνσταντη Σπέρα.
Για τον Χρυσάνθου που πήγε να καταστείλει την απεργία και έδωσε εντολή να πυροβολήσουν άοπλους, γονατισμένους ανθρώπους, δεν χρειαζόμουν περισσότερες «συστάσεις», αυτό που είχε κάνει τα έλεγε όλα.
Το ίδιο, για παράδειγμα, έκανα και με τον ιερέα που μπήκε μπροστά στη μάχη να τη σταματήσει, για να μη γίνει μακελειό. Τι άλλο εκτός από καλός άνθρωπος μπορούσε να είναι ο συγκεκριμένος;
Αγάπησα την Κατερινέτα και την Ανδρομέδα, αλλά λάτρεψα την Ταξιαρχούλα, μια ηρωίδα-κλειδί. Έναν χαρακτήρα που μπορεί κανείς με μεγάλη ευκολία να θεωρήσει ως κατεξοχήν ηρωίδα του έργου. Τι είναι αυτό που την κάνει τόσο ξεχωριστή;
Η Ταξιαρχούλα είναι πράγματι η κατεξοχήν ηρωίδα του βιβλίου. Είναι η αγάπη, η αφοσίωση, η θυσία. Το όνομά της δεν είναι βέβαια τυχαίο, όπως και όλα τα ονόματα στο βιβλίο, σε όλα μου τα βιβλία. Η Ταξιαρχούλα είναι μια ολόκληρη στρατιά αγγέλων για την αγαπημένη της ανιψιά. Όμως όταν χρειαστεί θα γίνει «πύρινη ρομφαία» και θα προτρέψει τους εργάτες στην απεργία.
«Μια κοινωνία που τις έβλεπε σαν βοηθητικά χέρια στη δουλειά, σαν κοιλιές που γεννούσαν παιδιά, σαν υπηρέτριες πεθερικών και γονέων, σαν στολίδια που τόνιζαν την ανωτερότητα των αντρών ή υπογράμμιζαν την ταπεινή τους καταγωγή»... Η ζωή των γυναικών για πολλές δεκαετίες, κλεισμένη σε μια πρόταση. Πόσο δρόμο διανύουν οι βασικές ηρωίδες σας για να ανατρέψουν τα κοινωνικά τους δεσμά;
Όχι τόσο πολύ όσο χρειάστηκε για άλλες γενιές γιατί οι ηρωίδες μου βιώνουν τα σημαντικότερα γεγονότα που συνέβησαν ποτέ σ’ αυτό το νησί – εκτός κι αν πιστέψουμε τη μυθολογία και η τύφλωση του Πολύφημου από τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του είναι γεγονός…
Η Καλλιόπη είναι η χαρακτηριστική γυναικεία μορφή της εποχής. Η συγκεκριμένη όμως δεν αντέχει τη ζωή που προδιαγράφεται για εκείνη σαν σύζυγος ενός φτωχού ανάπηρου και προτιμάει τον θάνατο. Η Ταξιαρχούλα όμως και η Ανδρομέδα από αγάπη (το είδος δεν έχει σημασία, μία είναι η αγάπη) θα αγωνιστούν για το μέλλον.
Ένα βιβλίο με μεράκι, το οποίο αποτυπώνεται ανάγλυφα από την πολυεπίπεδη μελέτη που κάνατε για τη Σέριφο. Ποια στοιχεία της έρευνας χαράχθηκαν ιδιαίτερα στη μνήμη σας;
Η τελευταία πράξη των γυναικών της Σερίφου όταν, κατά τη διάρκεια της απεργίας, και ενώ κινδυνεύουν οι γιοι, οι άντρες, τα αδέλφια, οι πατεράδες τους, άοπλες παίρνουν τον νόμο στα χέρια τους και δεν τους νοιάζει πια τίποτα. Τη θεωρώ πράξη υπέρτατης αγάπης αλλά και πράξη υπέρτατης επιθυμίας να αποτινάξουν τον ζυγό.
Η γυναίκα που σκότωσε τον Χρυσάνθου, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, έτρεχε ανάμεσα στους απεργούς και τους χωροφύλακες, φωνάζοντας πως εκείνη τον είχε σκοτώσει, τόση ήταν η αγανάκτησή τους.
Η αγάπη σας για την ιστορία είναι γνωστή και τη βλέπουμε και σε άλλα έργα σας, όπως οι «Μαγεμένες», το «Σκουριά και χρυσάφι» και, φυσικά, τα αγαπημένα μου «Παλιά Ασήμια» (αν και πλέον «κοντράρονται» με το «Από ήλιο σε ήλιο»). Ποια είναι η δύναμη και ο ρόλος της Ιστορίας για το μέλλον ενός λαού;
Θα είμαι λακωνική. Λαός χωρίς μνήμη, λαός χωρίς μέλλον. Να μαθαίνεις απ’ τα λάθη σου και να σέβεσαι τον άλλο λαό.
Διαβάζοντας και τα δύο βιβλία εκτιμώ ότι το βαθύτερο νόημα που κρύβουν είναι το δίκαιο του αγώνα, όχι μόνο για μια καλύτερη εργασιακή πραγματικότητα, αλλά και για μια κοινωνική και προσωπική. Τελικά, πόσο έχουν εκλείψει από τον σύγχρονο κόσμο οι έννοιες του αγωνιστή και του ήρωα;
Θα πρόσθετα και το ότι χωρίς αγώνα τίποτα δεν κερδίζεται, γιατί έχουμε γίνει πολύ τεμπέληδες, το ότι τα δύο φύλα είναι ισότιμα και αλληλοσυμπληρώνονται, ότι η δύναμη βρίσκεται στην ενότητα και ότι πολλοί χρωστούν τόσα πολλά σε τόσους λίγους (εντάξει, είναι κλεμμένο απ’ τον Τσόρτσιλ…).
Πράγματι λείπουν, αν και ποτέ δεν έπαψαν να υπάρχουν. Όμως οι σημερινές αλλοτριωμένες κοινωνίες τούς αντιμετωπίζουν σαν γραφικούς, όταν δεν τους εξολοθρεύουν σαν επικίνδυνους.
Πλέον το «Από ήλιο σε ήλιο» το απολαμβάνουμε και τηλεοπτικά μέσα από τη συχνότητα της ΕΡΤ. Ποια τα συναισθήματά σας, όταν λάβατε την πρόταση για τη μεταφορά του λογοτεχνικού σας παιδιού στη μικρή οθόνη;
Κοιτάξτε, εγώ γράφω βιβλία και σαν τέτοια θέλω να αγαπηθούν. Ποτέ δεν με απασχόλησε αν αυτό που έγραψα θα μπορούσε να μεταφερθεί τηλεοπτικά ή κινηματογραφικά. Ειδικά για το συγκεκριμένο ποτέ δεν το είχα σκεφτεί στα τρία χρόνια της συγγραφής, δεδομένου του θέματός του που δεν ανήκει στην κατηγορία feel good, δηλαδή, υπό κάποια έννοια, διασκεδαστικά.
Όμως χάρηκα πολύ όταν πέρασε τις εξετάσεις, γιατί θα προβαλλόταν η ιστορία της Σερίφου και της απεργίας. Συμφώνησα αφού θεώρησα πως εξασφαλίστηκαν κάποια ποιοτικά κριτήρια και χάρηκα πολύ που προβάλλεται στην ΕΡΤ γιατί θεωρώ πως το τηλεοπτικό περιβάλλον είναι το αρμόζον για ένα τέτοιο θέμα.


