Σάκης Σερέφας στο newstrip.gr: «Όλοι μας είμαστε μάρτυρες σε ιστορίες άλλων ανθρώπων»

Με ακαδημαϊκές σπουδές στη Μεσαιωνική και Νέα Ελληνική Φιλολογία, πλήθος μεταφράσεων, μελετών, μυθιστορημάτων, ποιημάτων και θεατρικών έργων ο Σάκης Σερέφας αποτελεί μία από τις σπάνιες περιπτώσεις συγγραφέων που με ό,τι κι αν καταπιαστεί, ξεχωρίζει.

Μετά από πολλά βραβεία και ακόμη περισσότερες ιστορίες για μικρούς και μεγάλους ο Σάκης Σερέφας συνδιαλέγεται με το παρελθόν, φέρνοντας στο σήμερα μία υπόθεση παιδοκτονίας από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, η οποία οδήγησε στην αποκάλυψη ενός διαφορετικού εγκλήματος: αυτού της πώλησης χιλιάδων παιδιών από το βρεφοκομείο «Άγιος Στυλιανός».

Μιλώντας στο newstrip.gr, ο Σάκης Σερέφας μάς αποκαλύπτει, μεταξύ άλλων, τη «σπίθα» για τη συγγραφή του βιβλίου «Πέτα το στη θάλασσα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, την πολυφωνική και πολυπρισματική αφήγηση που χρησιμοποίησε για να εξιστορήσει τα γεγονότα, αλλά και τις ιστορικές «ψηφίδες» της Θεσσαλονίκης που έχουν χαραχθεί ιδιαίτερα στη μνήμη του.

«Πέτα το στη θάλασσα»: Ένα βιβλίο που αναφέρεται σε μια «μαύρη» σελίδα του παρελθόντος της Θεσσαλονίκης, αλλά φαντάζει πιο επίκαιρο από ποτέ. Πώς εντοπίσατε τις «αγοραπωλησίες» του βρεφοκομείου «Άγιος Στυλιανός»;

Το περιστατικό της παιδοκτονίας το εντόπισα τυχαία σε ένα ρεπορτάζ της εφημερίδας Μακεδονία στα 1962 πριν από αρκετά χρόνια. Μου κίνησε το ενδιαφέρον το ότι η γυναίκα αυτή ταξίδεψε από τη Γερμανία, όπου ζούσε και δούλευε, για να έρθει μέχρι τη Θεσσαλονίκη και να αφήσει το παιδί της στο δημοτικό βρεφοκομείο, όπου δεν το δέχτηκαν, για γραφειοκρατικούς λόγους, οπότε, απελπισμένη, πήγε και το πέταξε στην θάλασσα, στην παραλία της πόλης. Μελετώντας τις μελέτες που έχουν γραφτεί για το θέμα των αγοραπωλησιών βρεφών, στη Θεσσαλονίκη και αλλού, έστησα το μυθιστόρημα.

Γιατί μία «ιστορία ανήκει σε αυτόν που την αφηγείται τελευταίος»;

Κάποιος άλλος, με βάση τα ίδια γεγονότα, θα μπορούσε να έχει γράψει ένα διαφορετικό μυθιστόρημα. Είναι θέμα προσωπικής οπτικής και μυθοπλασίας. Μια ιστορία μπορεί να έχει πολλές εκδοχές. Ποτέ δεν εξαντλείται. Όπως συμβαίνει και με τα παραμύθια: ο κάθε παραμυθάς βάζει τα δικά του λόγια στην ίδια ιστορία και υφαίνει το δικό του σχέδιο πάνω σε έναν κοινό καμβά.

Αυτό που παρατηρεί κανείς μελετώντας το βιβλίο είναι η αλλαγή του αφηγητή, του τόπου, ακόμα και του χρόνου. Γιατί επιλέξατε αυτή την τεχνική κι όχι κάποια άλλη συμβατική συγγραφική νόρμα;

Με ενδιέφερε να είναι μια αφήγηση πολυφωνική και πολυπρισματική. Το κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται, ηθελημένα ή αθέλητα, με αυτή την ιστορία, αφηγείται τη δική του αλήθεια. Αυτό συμβαίνει και στην πραγματική ζωή όλων μας. Ο καθένας μας γνωρίζει ένα μέρος μόνο από τις ιστορίες που έχει ζήσει μαζί με άλλους. Όλοι μας είμαστε μάρτυρες σε ιστορίες άλλων ανθρώπων. Οι ζωές μας βρίσκονται στο στόμα πολλών ανθρώπων.

 papantwnioy_3

Θεωρητικά η μάνα του Γιαννάκη θα μπορούσε να ζει σήμερα. Τι θα θέλατε να πιστέψετε ότι απέγινε;

Θα ήθελα να μη θυμάται τίποτε από όλα αυτά. Δεν ξέρω πώς μπορεί να αντέχει μια μάνα τον εαυτό της έπειτα από μια τέτοια πράξη. Θα ευχόμουνα μια φιλεύσπλαχνη αμνησία.

Τι οδηγεί, όμως, μια μάνα να αφήσει το μωρό της να πνιγεί στη θάλασσα; Είναι ένα παιχνίδι του μυαλού, μια ιδιότυπη παπαδιαμαντική «φιλευσπλαχνία», τρέλα ή απόγνωση;

Ολοκληρώνοντας το βιβλίο ο αναγνώστης καταλήγει να έχει ανάμεικτα συναισθήματα για την Όλγα Ζ. Ανάλογα με τα προσωπικά του βιώματα και συναισθήματα τη μισεί και τη λυπάται, τη συμπονά και την κατακρίνει.

Η παιδοκτονία του 1963 στη Θεσσαλονίκη, το μουμιοποιημένο βρέφος στην Κάρπαθο, τα μωρά της σοφίτας ή των υπονόμων και πόσες άλλες υποθέσεις... Ποιος ήταν ο ρόλος της «καλής κοινωνίας» σ’ αυτά τα εγκλήματα;

Όπως παντού και πάντα, το χρήμα φέρνει εξουσία. Η λεγόμενη «καλή κοινωνία» είχε τον τρόπο να «εξαφανίζει» στα πατάρια τα βρέφη που γεννούσαν οι υπηρέτριες στα σπίτια της καλής κοινωνίας, έπειτα από το ανάλογο «κουτούπωμα» από κάποιον αρσενικό του σπιτιού. Μα και η φτώχεια οδηγεί στο Κακό, ας μην την εξωραΐζουμε. Τα βρέφη που βρίσκονταν στους υπονόμους προέρχονταν από γυναίκες που οδηγούνταν στην κατ’ οίκον ιδιόχειρη έκτρωση, αφού δεν είχαν χρήματα για γιατρό, λόγω οικονομικής ανέχειας ή από τον φόβο της κοινωνικής κατακραυγής για το παιδί που θα γεννιόταν. Μα και οι γυναίκες ή τα ζευγάρια που άφηναν τα παιδιά τους στα βρεφοκομεία, μπατιράκια ήταν.

Φυσικά, όλα αυτά τα χρόνια, μελετώντας και την κοινωνική πραγματικότητα της Θεσσαλονίκης, έχετε καταπιαστεί με διαφορετικές ιστορικές ψηφίδες της πόλης. Ποιες είναι αυτές που έχουν χαραχθεί ιδιαίτερα στη μνήμη σας;

Τα μεταπολεμικά χρόνια, και ιδιαίτερα η δεκαετία του ’60, με έλκουν ιδιαίτερα. Είναι μια «σκοτεινή» δεκαετία, της οποίας το χνώτο ένιωσα κάπως, αφού είμαι γεννημένος στις αρχές της. Η υπόθεση του αδικοχαμένου Παγκρατίδη, του φερόμενου ως «δράκου του Σέιχ Σου» και ο φόνος του Λαμπράκη σημάδεψαν την πόλη σε αυτήν τη δεκαετία, όπου ξεσάλωναν το παρακράτος και η διαπλοκή της αστυνομίας με αυτό.

Έχω βασιστεί και στις δύο αυτές υποθέσεις σε βιβλία μου, όπως στο μυθιστόρημα «Ο Θεός αυτοπροσώπως» (εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ), που έχει ως πυρήνα του την υπόθεση Παγκρατίδη, αλλά και στο θεατρικό έργο μου «Viral-Thess», όπου μεταξύ άλλων εμπλέκεται και η υπόθεση Λαμπράκη. Επιπλέον, το θεατρικό έργο μου «Λιωμένο βούτυρο» βασίζεται σε μια συζυγοκτονία που έγινε στην πόλη σε αυτήν τη δεκαετία, όπως και το μυθιστόρημα «Πέτα το στη θάλασσα», που αρύεται από τη βρεφοκτονία στην παραλία της πόλης, σ’ εκείνα τα χρόνια.

Info:

Παρουσίαση του νέου βιβλίου του Σάκη Σερέφα στο πλαίσιο της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης

•Σάββατο 9 Μαΐου, 19:00-20:00

•Περίπτερο 15. Αίθουσα ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΤΖΙΑΣ

Mε τον συγγραφέα συνομιλεί ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Γιάννης Κοτσιφός.

Ο Παναγιώτης Καμπούρης και η Ξένια Παρασκευοπούλου, σπουδαστές της Ανώτερης Σχολής Δραματικής Τέχνης Ανδρέας Βουτσινάς, θα δραματοποιήσουν αποσπάσματα του βιβλίου.