Τσισί: Η αμφιλεγόμενη παλλακίδα που έγινε αυτοκράτειρα και οδήγησε την Κίνα στη σύγχρονη εποχή
- Αντώνης Απέργης - 27 Φεβρουαρίου 2024
Η Αυτοκράτειρα Τσισί γεννηθηκε στις 29 Νοεμβρίου 1835, στο Πεκίνο και καταγόταν από τη φυλή Manchu Yehe Nara.
Σε ηλικία δεκαέξι ετών, επιλέχθηκε ως µία από τις πολλές του Αυτοκράτορα Xianfeng, χάρη στην ωραία της εμφάνιση, την άψογη συμπεριφορά και το ταλέντο της στο τραγούδι, και, το 1856, γέννησε τον μοναδικό του γιο, ο οποίος μετά τον θάνατο του πατέρα του έγινε – σε ηλικία 6 ετών - αυτοκράτορας Tongzhi, έχοντας στο πλευρό του ένα συμβούλιο αντιβασιλείας, αποτελούμενο από 8 αξιωματούχους.
Σχεδόν αμέσως, η Τσισί οργάνωσε ένα πραξικόπηµα ενάντια στους αντιβασιλεύοντες και κατάφερε να γίνει ο ουσιαστικός άρχοντας της Κίνας, παραμένοντας στην κινεζική κυβέρνηση για 47 χρόνια, από το 1861 μέχρι το θάνατό της, το 1908.
Η Αυτοκράτειρα κυβέρνησε σε ιδιαίτερα απαιτητικούς καιρούς και βρέθηκε αντιμέτωπη µε ένα πλήθος από μεγάλες εθνικές κρίσεις, μεταξύ των οποίων οι επαναστάσεις των Ταϊπίνγκ και των Μπόξερ, οι πόλεμοι ενάντια στη Γαλλία και την Ιαπωνία, αλλά και η εισβολή οκτώ συµµαχικών δυνάμεων.
Μάλιστα, όταν οι Μπόξερ, οι οποίοι έλαβαν αυτήν την ονομασία εξ αιτίας των πολεμικών τεχνών στις οποίες ασκούνταν στην ύπαιθρο της χώρας, εξεγέρθηκαν ενάντια σε κάθε ξένη και, ιδιαίτερα, ευρωπαϊκή, ιμπεριαλιστική επιρροή στην Κίνα, η χήρα αυτοκράτειρα Τσισί, που επιθυμούσε ν' απαλλαγεί η χώρα από τους ξένους, τους υποστήριξε, παρά το γεγονός ότι το κίνημα των Μπόξερ ήταν αντιδυναστικό και στρεφόταν και κατά της δυναστείας των Τσινγκ, την οποία θεωρούσε υπεύθυνη για την αδυναμία της Κίνας
Έτσι, έχοντας και την αυτοκρατορική υποστήριξη, την άνοιξη του 1900, οι Μπόξερ ήταν ανεξέλεγκτοι, με αποτέλεσμα οι ξένοι διπλωμάτες να ζητήσουν ενισχύσεις από την ακτή, χωρίς, ωστόσο, αποτέλεσμα.
Ενισχυμένοι με αρκετούς Κινέζους στρατιώτες, τον Ιούνιο του 1900, οι Μπόξερ άρχισαν να επιτίθενται σε ξένες πρεσβείες, μεταξύ των οποίων των: ΗΠΑ, Μεγάλης Βρετανίας, Ιαπωνίας, Γαλλίας, Αυστροουγγαρίας , Ολλανδίας, Ιταλίας και Ρωσίας, που βρίσκονταν κοντά στην Απαγορευμένη Πόλη.
Παρά το γεγονός ότι οι πρεσβείες της Ισπανίας και του Βελγίου κατάφεραν να διασωθούν, ο Γερμανός πρέσβης δολοφονήθηκε στις 20 Ιουνίου, με τις ξένες δυνάμεις να απαιτούν επανόρθωση και την Κίνα να κηρύττει τον πόλεμο προς όλες τις ξένες δυνάμεις.
Με την αρωγή της διεθνούς δύναμης που έφτασε στο Πεκίνο, οι σύμμαχοι κατάφεραν να κερδίσουν τον πόλεμο ενάντια στους Μπόξερ, με τους Γερμανούς να επιδίδονται σε άγρια λεηλασία, έκτροπα που τους χάρισαν τον χαρακτηρισμό «Ούννοι», που χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάρκεια και των δυο Παγκοσμίων Πολέμων.
Μετά την ήττα της, η Κίνα αναγκάστηκε να υπογράψει το πρωτόκολλο των Μπόξερ, καταβάλλοντας πολεμική αποζημίωση στις ξένες δυνάμεις και προχωρώντας στην εκτέλεση όλων των κυβερνητικών αξιωματούχων και των ευγενών που είχαν υποστηρίξει τους Μπόξερ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, κατά τη διάρκεια της εξέγερσης δολοφονήθηκαν συνολικά: 48 καθολικοί ιεραπόστολοι και 18.000 Κινέζοι καθολικοί, 222 Κινέζοι ορθόδοξοι, 182 προτεστάντες ιεραπόστολοι και 500 Κινέζοι προτεστάντες.
Ταυτόχρονα, η διεθνής δύναμη έχασε περίπου 250 άντρες, ενώ οι κινέζικες απώλειες ήταν τεράστιες, με την αυτοκρατορική δύναμη να εξασθενεί ακόμη περισσότερο και τη δυναστεία των Τσινγκ να εκδιώκεται, τελικά, το 1911.
Όσο για την Τσισί, πέθανε τον Νοέμβριο του 1908, μόλις μία ημέρα μετά τον αυτοκράτορα Γκουανγκσού, τον οποίο πολλοί πιστεύουν ότι τον είχε δηλητηριάσει για να εξασφαλίσει ότι ο αδύναμος ηγεμόνας θα έμενε εκτός εξουσίας. Πριν τον θάνατό της, ονόμασε διάδοχο τον μόλις 2 ετών δισέγγονο ανιψιό της και όρισε μια νέα χήρα αυτοκράτειρα για να επιβλέπει το έθνος που η ίδια είχε φέρει στη σύγχρονη εποχή.








