Ακίρα Κουροσάβα: Ο «μαέστρος» του ιαπωνικού κινηματογράφου που έβαλε το ασιατικό σινεμά στον καλλιτεχνικό χάρτη

Καινοτόμος, διδακτικός, χωρίς καμιά κινηματογραφική αποτυχία, και γνωστός για τα μεγάλα αριστουργήματά του, ο Ακίρα Κουροσάβα παραμένει μέχρι σήμερα ο διασημότερος Ιάπωνας σκηνοθέτης, ο οποίος κατάφερε να βάλει στον καλλιτεχνικό χάρτη τον ασιατικό κινηματογράφο.

Ο Ακίρα Κουροσάβα γεννήθηκε στις 23 Μαρτίου 1910, στην περιοχή Ομόρι του Τόκιο, με τον πατέρα του, Ισάμου Κουροσάβα, ο οποίος ήταν ανοιχτός στις δυτικές παραδόσεις, να ασκεί μεγάλη επιρροή πάνω του.

Μάλιστα, ο πατέρας του ενθάρρυνε τα παιδιά του να παρακολουθούν ξένο κινηματογράφο, με τον Ακίρα να βλέπει τις πρώτες του ταινίες σε ηλικία 6 ετών. Εξίσου μεγάλη επιρροή άσκησε πάνω του κι ο μεγαλύτερος αδερφός του, ο Χέιγκο, ο οποίος τον ενθάρρυνε να αντιμετωπίσει τους φόβους του κατάματα, μετά τον καταστροφικό σεισμό που κατέστρεψε το Τόκιο, το 1923.

Το συγκεκριμένο, μάλιστα, πολύνεκρο συμβάν επέδρασε ιδιαίτερα στη μετέπειτα καλλιτεχνική καριέρα του Κουροσάβα, εμφυσώντας του την ικανότητα να αντιμετωπίζει κατάματα δυσάρεστες αλήθειες.

 redford2

Σύντομα, παρά το γεγονός ότι ήθελε να γίνει ζωγράφος, στράφηκε στον κινηματογράφο που, τελικά, τον κέρδισε και αφοσιώθηκε σ’ αυτόν, καταφέρνοντας να γίνει, το 1936, βοηθός του σκηνοθέτη Γιαμαμότο Κατζίρο, ο οποίος δούλευε σε μια γιαπωνέζικη εταιρεία παραγωγής ταινιών.

Σε ηλικία 33 χρονών, σκηνοθέτησε την πρώτη του ταινία με τίτλο «Σανσίρο Σουγκάτα», μια ταινία δράσης που αποτέλεσε σημείο εκκίνησης της λαμπρής πορείας του, αλλά κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, μια περίοδο που η κυβέρνηση της Ιαπωνίας λογόκρινε αυστηρά την πνευματική δημιουργία και ευνοούσε την παραγωγή λογοτεχνικών και κινηματογραφικών έργων με πατριωτικό περιεχόμενο, στράφηκε σε περισσότερο εμπορικές και απλούστερες, νοηματικά, ταινίες.

Ο Κουροσάβα γνώρισε μεγάλη κριτική αναγνώριση, το 1948, με τις ταινίες «Μεθυσμένος άγγελος», με πρωταγωνιστή τον άγνωστο τότε ηθοποιό Τοσίρο Μιφούνε, ενώ με το «Ρασομόν», δυο χρόνια αργότερα, το 1950, αποθεώθηκε από την παγκόσμια κριτική και κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας, ενώ προτάθηκε για Όσκαρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας.

Όπως ήταν φυσικό, οι δεκαετίες του 1950 και του 1960 ήταν ιδιαίτερα παραγωγικές, αφού ο Κουροσάβα σκηνοθετούσε μία ταινία τη χρονιά, οι περισσότερες εκ των οποίων είχαν σαν θέμα τους Σαμουράι, απόγονος των οποίων ήταν και ο πατέρας του, και αποτέλεσαν έμπνευση για αρκετές γνωστές κινηματογραφικές παραγωγές, όπως το «Star Wars» και το «Για Μια Χούφτα Δολάρια»

 redford2

Η αδυναμία να χρηματοδοτήσει τα έργα του, αλλά και η γενικότερη απογοήτευση από την περιφρόνηση στη χώρα του, σε συνδυασμό με τα προβλήματα υγείας του, τον οδήγησαν, το 1971, σε μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας.

Ευτυχώς, η συνεργασία που του πρότεινε, δυο χρόνια αργότερα, ένα σοβιετικό στούντιο αναζωογόνησε την καλλιτεχνική του πορεία, με τον ίδιο να σκηνοθετεί την ταινία «Ντερσού Ουζαλά», που κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας και το Χρυσό Βραβείο στο 9ο Διεθνές Φεστιβάλ της Μόσχας.

Οι δύο τελευταίες επικές του ταινίες με θέμα τους σαμουράι, οι «Καγκεμούσα» και «Ραν», κέρδισαν τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών, ενώ προτάθηκαν για Όσκαρ, με το «Ραν» να αποτελεί προσαρμογή του σαιξπηρικού «Βασιλιά Ληρ» και την αιτία να συμπεριληφθεί στις υποψηφιότητες για το Όσκαρ Καλύτερης Σκηνοθεσίας.

Ο σπουδαίος σκηνοθέτης, οι ταινίες του οποίου στηλιτεύουν έγκλημα, την κρατική γραφειοκρατία, τη διαφθορά, τον πυρηνικό πόλεμο και την κοινωνική αδικία, άφησε την τελευταία του πνοή στις 6 Σεπτεμβρίου 1998, στο Τόκιο ύστερα από ένα σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο, κληροδοτώντας στην ιστορία του κινηματογράφου μερικά από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα.

 redford2

Στην πολύχρονη πορεία του, ο Κουροσάβα κατάφερε να επινοήσει διαφορετικούς τρόπους για να κάνει τις ταινίες του πιο συναρπαστικές και πρωτοποριακές. Μάλιστα, οι έγχρωμες ταινίες του αποδεικνύουν το παρελθόν και τις σπουδές του στη ζωγραφική και, γενικότερα, στις Καλές Τέχνες, που τον καθιέρωσαν ως έναν από τους μεγάλους «μάστορες» στη χρήση του χρώματος στον κινηματογράφο.

Χάρη στο ταλέντο του, επηρέασε σπουδαίους νεώτερους σκηνοθέτες, όπως τους Φράνσις Φορντ Κόπολα και Τζορτζ Λούκας, που χρηματοδότησαν «Το Καγκεμούσα», αλλά και τους Στίβεν Σπίλμπεργκ και Μάρτιν Σκορσέζε, που τον βοήθησαν στις τελευταίες του παραγωγές.

Έμπρακτη απόδειξη του παγκόσμιου αποτυπώματός του το τιμητικό Όσκαρ που έλαβε το 1990 για την προσφορά του στην τέχνη, αλλά και τον τίτλο του «Ασιάτη του Αιώνα» στην κατηγορία «Τέχνες, Λογοτεχνία και Κουλτούρα» από το CNN.