Μεγάλοι Έλληνες κωμικοί που έλαμψαν στο «πανί» και το «σανίδι» (Μέρος 2ο)

Συνεχίζοντας τη μακραίωνη παράδοση της κωμωδίας, που έχει τις ρίζες της στους αρχαιοελληνικούς κώμους και τις εορταστικές τελεστές προς τιμήν του Διονύσου, οι μετρ του θεάτρου και της μεγάλης οθόνης υποδύθηκαν χαρακτήρες βγαλμένους μέσα από την καθημερινή ζωή και την κοινωνική πραγματικότητα, σκορπίζοντας απλόχερα το γέλιο σε μικρούς και μεγάλους.

Το γέλιο, όπως έλεγε και ο Λόρδος Βύρων, είναι ένα προσιτό θεραπευτικό εργαλείο, που χαλαρώνει τα πλήθη, συνιστώντας, σύμφωνα με τον σπουδαίο Μαρκ Τουέιν, το πιο αποτελεσματικό όπλο της ανθρωπότητας, που μπορεί να αντιμετωπίσει τα δεινά του κόσμου. Και πράγματι Έλληνες και ξένοι εκπρόσωποι της κωμωδίας κατάφεραν να σατιρίσουν τα κακώς κείμενα μιας κοινωνίας και να αναδείξουν πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα, μα πάνω από όλα να προσφέρουν στιγμές χαλάρωσης και γέλιου στους θεατές.

Ας δούμε, λοιπόν, σε αυτό το δεύτερο μέρος του μεγάλου αφιερώματος του newstrip.gr ακόμη πέντε κωμικούς του «χρυσού» ελληνικού κινηματογράφου που άφησαν ισχυρό το αποτύπωμά τους στην ελληνική κωμωδία με τις μεστές και ειλικρινείς ερμηνείες τους, τις πιπεράτες ατάκες και το πηγαίο ταλέντο τους.


Βασίλης Αυλωνίτης

Ξεκινώντας από το θεατρικό σανίδι και τον θίασο της Ελένης Ζαφειρίου, το 1924, με το έργο «Ερωτικές Γκάφες», ο Βασίλης Αυλωνίτης απέδειξε από πολύ νωρίς ότι θα γινόταν ένας από τους σημαντικότερους κωμικούς του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Τα επόμενα χρόνια συμμετείχε σε διάφορους θιάσους, παίζοντας οπερέτες και κωμωδίες, ενώ δημιούργησε δικό του θίασο, ανεβάζοντας κυρίως επιθεωρήσεις, ώσπου το 1929 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στον κινηματογράφο στην ταινία «Μαρία η Πενταγιώτισσα». Έκτοτε ακολούθησαν συνολικά 80 ταινίες, από δράματα μέχρι φαρσοκωμωδίες, μεταπηδώντας με μεγάλη ευκολία από τον Θεόδωρο στον Νεόκοσμο κι από τον Κλέαρχο στον Παυλάρα.

 mixalakopoulos_2

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον υπήρξε ένα γεγονός που σημειώθηκε το 1931, κατά τη διάρκεια σατιρικής παράστασης στην οποία έπαιζε, όταν θερμόαιμοι οπαδοί του Βενιζέλου εισέβαλαν στο θέατρο και άνοιξαν πυρ, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί θανάσιμα ένας τεχνικός. Χαρακτηριστικοί μέχρι σήμερα παραμένουν οι ρόλοι του στα έργα «Μια ζωή την έχουμε», «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο», «Οι γαμπροί της ευτυχίας», «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα κι ο Κοντός», ενώ τελευταία του ερμηνεία ήταν αυτή στον ρόλου του Στράτου στην ταινία «Η Αριστοκράτισσα και ο Αλήτης», το 1970.

Ατάκες-σταθμός:

«Ωρέ πού πάμε…» (από την «Ωραία των Αθηνών»)

«Η αδελφή μου δεν είναι κοριτσόπουλο, είναι ψημένη. Είναι και λίγο καμένη στις άκρες, αλλά καθαρίζεται…» (από τους «Γαμπρούς της Ευτυχίας»)


Γιώργος Κωνσταντίνου

Έχοντας «μαθητεύσει» πλάι στους ταλαντούχους γονείς του, την ηθοποιό Νίτσα Φιλοσόφου και τον τενόρο Μιχάλη Κωνσταντίνου, ο Γιώργος Κωνσταντίνου δεν θα μπορούσε παρά να στραφεί στην υποκριτική. Μετά τις σπουδές του στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, ξεκίνησε τις πρώτες του εμφανίσεις στο θέατρο, παίρνοντας μέρος και στη θρυλική παράσταση «Οδός Ονείρων» του Μάνου Χατζηδάκι, που έκανε πάταγο.

 mixalakopoulos_2

Κινηματογραφικά εμφανίστηκε με τον ρόλο του Τζον Πεζίκη στο έργο «Η Λίζα και η άλλη», παίζοντας στο πλευρό σπουδαίων ομοτέχνων του, όπως ο Ντίνος Ηλιόπουλος, ο Κώστας Βουτσάς, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, η Μάρω Κοντού, η Ελένη Ζαφειρίου κ.ά. Ωστόσο, ο αυθόρμητος αυτοσχεδιασμός με το προφιτερόλ στο «Χτυποκάρδια στο θρανίο», όπου υποδυόταν έναν φτωχό φοιτητή που παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα στην Αλίκη Βουγιουκλάκη, παραμένει μέχρι σήμερα μοναδικός. Χαρακτηριστικοί μέχρι σήμερα παραμένουν οι ρόλοι του στα έργα «Ο φίλος μου ο Λευτεράκης», «Η σωφερίνα», «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα», «Καλώς ήρθε το δολάριο», «Ξύπνα Βασίλη» κ.ά..

Ατάκες-σταθμός:

«Εγώ είμαι παλάβρας, δεν λογαριάζω τίποτα. Παίρνω αυτή τη στιγμή το καπελάκι μου και φεύγω.» (από το «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα»)

«...Και το μυαλό σου είναι θολό και το δικό της πιο λειψό. Σας εθολώσαν τα λεφτά, γεια σου Φανφάρα φαφλατά!» (από το «Ξύπνα Βασίλη»)


Σταύρος Παράβας

Μεσουρανώντας στη χρυσή εποχή του ελληνικού σινεμά, ο Σταύρος Παράβας συνεργάστηκε με μεγάλα ονόματα του θεάτρου και του κινηματογράφου, καταφέρνοντας να «σαρώσει» παίζοντας από τη μια τον γνήσιο μάγκα και από την άλλη τον πάντα απολαυστικό Φίφη. Θεατρικά εμφανίστηκε με τον θίασο της Κατερίνα Ανδρεάδη, το 1955, στο έργο «Πρώτο Ψέμα» και κινηματογραφικά στην ταινία «Χριστίνα». Χαρακτηριστικοί μέχρι σήμερα παραμένουν οι ρόλοι του στα έργα «Μικροί και μεγάλοι εν δράσει», «Ο εμίρης και ο κακομοίρης», «Η Κλεοπάτρα ήταν Αντώνης», «Το κοροϊδάκι της πριγκηπέσσας», «Ο μάγκας με το τρίκυκλο» κ.ά..

 mixalakopoulos_2

Στο απόγειο της δόξας του, το 1974, κι ενώ συμμετείχε στην παράσταση «Επτά χρόνια φαγούρα» συνελήφθη από τη χούντα και εξορίστηκε στη Γυάρο εξ αιτίας της εξής μαντινάδας που έλεγε, υποδυόμενος τον Κρητικό λυράρη: «Όποιος καλά μας κυβερνά, θα είναι και δικός μας. Γύψο, κοντούς, τρελούς και τανκς δε θέλει ο λαός μας. Είπα πολλά και λάλησα και πρέπει να το στρίψω, μην τύχει και με βάλουνε και εμένα μεσ' τον γύψο». O Παράβας γύρισε από το κολαστήριο της Γυάρου μαζί με τους 44 τελευταίους εξόριστους.

Ατάκες-σταθμός:

«Εγώ ξέρω γράμματα, εκείνα δεν θέλουν να με ξέρουν.» (από το «Κοροϊδάκι της πριγκηπέσσας»)

«Πρώτη φορά θα κάνω πεντικιούρ σε πόδια ελέφαντα.» (από το «Μικροί και μεγάλοι εν δράσει»)


Γιώργος Πάντζας

Έχοντας δοκιμαστεί τόσο στην πρόζα και την επιθεώρηση όσο και στο μπουλβάρ, ο Γιώργος Πάντζας παραμένει ένας ένας από τους τελευταίους σπουδαίους ηθοποιούς της «χρυσής» εποχής του ελληνικού κινηματογράφου, έχοντας κάνει μέσα από τους ρόλους του τον κόσμο να γελά. Θεατρικά πρωτοεμφανίστηκε, το 1958, στο έργο «Βασίλισσα Αμαλία» δίπλα στην Κατερίνα Ανδρεάδη, ενώ στον κινηματογράφο εξασφάλισε τον πρώτο του ρόλο το 1957 στο «Παιδί του Δρόμου».

 mixalakopoulos_2

Τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν συνολικά 32 ταινίες, με πιο χαρακτηριστικές τις: «Η Λίζα και η άλλη», «Mικροί και Μεγάλοι εν Δράσει», «Ο Αδελφός μου ο Λόρδος», «Τρεις Τρελοί για Δέσιμο», «Ξύπνα καημένε Περικλή», «Κάθε Κατεργάρης στον Πάγκο του» κ.ά., όπου συνεργάστηκε με καταξιωμένους πρωταγωνιστές, όπως ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, ο οποίος παρέμεινε ένας από τους πιο αγαπημένους του ανθρώπους στον χώρο. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 ασχολείται ενεργά με την πολιτική, ενώ διετέλεσε βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ.

Ατάκες-σταθμός:

«Γκουντ αφτερνούν κάζεν. Να κι ο άλλος κάζεν. Τα καζανάκια». (από το «Μαριχουάνα Στοπ»)

«Τι γίνεται τότε; Ξεκινάς για Λάρισα ή μένεις στα Καμένα Βούρλα και λες ο "θεός βοηθός"; Βρε...ο θεός βοηθός!» (από το «Μικροί και μεγάλοι εν δράσει»)


Σωτήρης Μουστάκας

Διαθέτοντας αστείρευτη κωμική φλέβα, παρά τις τεράστιες δυνατότητες στο δράμα, και χάρισμα στον αυτοσχεδιασμό, ο Σωτήρης Μουστάκας αγαπήθηκε όσο λίγοι κωμικοί ηθοποιοί από το ελληνικό κοινό, καθώς δε δίσταζε σε κάθε ταινία να τσαλακώνει την εικόνα του. Μαθητής ακόμα, συμμετείχε ενεργά στον Ελληνοκυπριακό Απελευθερωτικό Αγώνα, με αποτέλεσμα να φυλακιστεί για επτά μήνες και να υποστεί όλες τις βρετανικές «περιποιήσεις». Το 1958 μετακόμισε στην Αθήνα μετά από παρότρυνση του Νίκου Σταυρίδη και σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, ενώ εμφανίστηκε στο θέατρο το 1961 στο έργο «Χαραυγή». Την επόμενη χρονιά εξασφάλισε έναν μικρό ρόλο στο «Μια πόρτα, δραχμές πεντακόσιες», με τον οποίο εντυπωσίασε κοινό και κριτικούς.

 mixalakopoulos_2

Μεταξύ αυτών που έμειναν έκπληκτοι από το ταλέντο του ήταν και ο Μιχάλης Κακογιάννης, ο οποίος του εμπιστεύτηκε τον ρόλο του τρελού του χωριού στην ταινία «Αλέξης Ζορμπάς». Ωστόσο, ο περιορισμένος χρόνος εμφάνισής του τού στέρησε την υποψηφιότητα για το Όσκαρ Β΄ Ανδρικού Ρόλου, καθώς σύμφωνα με τον κανονισμό της Ακαδημίας έπρεπε να παίξει άλλα δυο λεπτά. Παρόλα αυτά, ο Μουστάκας συνέχισε τη σπουδαία του καριέρα στην Ελλάδα με δεκάδες θεατρικές και κινηματογραφικές παραγωγές, με χαρακτηριστικότερες εμφανίσεις του στις ταινίες: «Φως... νερό... τηλέφωνο, οικόπεδα με δόσεις», «Καλώς ήλθε το δολάριο», «Πεθαίνω κάθε ξημέρωμα», «Η ωραία του κουρέα», «Ένας νομοταγής πολίτης» κ.ά..

Ατάκες-σταθμός:

«Ε τι να κάνουμε, έτσι είναι η ζωή». (από το «Ένας Νομοταγής Πολίτης»)

«Όνειρο, χάρμα, μαγεία! Αυτές δεν είναι φωτογραφίες, είναι πίνακες του Πικασό.» (από το «Η Ωραία του Κουρέα»)