Σέρρες: Μια περιοχή με ανθρώπινη παρουσία από την αρχαιότερη νεολιθική εποχή μέχρι σήμερα
- Παναγιώτα Απέργη - 9 Οκτωβρίου 2024
Κατά την 3η χιλιετία παρατηρήθηκαν αλλαγές στη θέση και τον τύπο των κατοικιών, καθώς ιδρύθηκαν μικρότεροι οικισμοί και σε περισσότερο ορεινές θέσεις, μαρτυρώντας νέες καλλιέργειες στη γεωργία και μεγαλύτερη στροφή στην κτηνοτροφία. Αυτές οι δραστηριότητες θα διατηρηθούν τους επόμενους αιώνες και θα ενταθούν στην πρώιμη εποχή του σιδήρου (1050 - 700π.Χ.).
Με βάση την κεραμική που έχει εντοπιστεί στον σημερινό νομό Σερρών, διαπιστώνεται ότι κατά την πρώιμης εποχής του σιδήρου, το όρος Παγγαίο αποτελούσε κέντρο της λατρείας του Θεού Διόνυσου, ενώ την ίδια περίοδο αρχίζουν να εμφανίζονται νέοι οικισμοί σε ορεινές και οχυρές θέσεις και να διαμορφώνονται τα θρακικά φύλα που κατοίκησαν την ανατολική Μακεδονία.
Στα πλαίσια του Β΄ Αποικισμού, στις αρχές του 7ου αι. π.Χ., θα εμφανιστούν στις εκβολές του ποταμού Στρυμόνα νοτιοελλαδίτες και θα ιδρύσουν αποικίες, οι Πάριοι τη Θάσο και στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. οι Ερετριείς την Ηιόνα, παλιά θρακική πόλη των Ηδωνών, στην αριστερή όχθη του Στρυμόνα. Στα μέσα του 7ου αι. π.Χ. άποικοι από το νησί της Άνδρου ιδρύουν την Άργιλο, η οποία στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. επεκτείνεται στο Κερδύλλιον και στην Τράγιλο.
Από την αρχή του 6ου αι. π.Χ., με την εκστρατεία του Δαρείου κατά των Σκυθών, οι Πέρσες ελέγχουν τα παράλια του Στρυμόνα, αλλά μετά τους Περσικούς Πολέμους στην περιοχή του Στρυμόνα εμφανίζονται οι Αθηναίοι που δραστηριοποιούνται στην εκμετάλλευση των κοιτασμάτων χρυσού και αργύρου του Παγγαίου όρους και την εξασφάλιση ξυλείας από τα γύρω δάση για τον στόλο τους. Ο Κίμων διώχνει τους Πέρσες το 476π.Χ. από την Ηιόνα, αλλά οι Αθηναίοι, αν και αποτυγχάνουν να εγκατασταθούν στο εσωτερικό της σερραϊκής γης, επηρεάζουν την περιοχή διαδίδοντας την αττική κεραμική και δεν σταματούν τις προσπάθειες ελέγχου της περιοχής.

Το 452/451 π.Χ. η Βέργη, σημαντική πόλη της Βισαλτίας και η πρώτη στην περιοχή που έκοψε νόμισμα, εντάσσεται στην Αθηναϊκή Συμμαχία. Το 446/445 π.Χ. αποστέλλονται 1000 Αθηναίοι κληρούχοι να εγκατασταθούν στη Βρέα της Βισαλτίας αλλά αποτυγχάνουν. Το 437 π.Χ., στην εποχή του Περικλή, οι Αθηναίοι ιδρύουν την Αμφίπολη.
Η αποκάλυψη μεταξύ των ανασκαφικών ευρημάτων νομισμάτων των ελληνικών και θρακικών φύλων με ελληνικές επιγραφές από τα τέλη του 6ου αι. π.Χ. μαρτυρεί την ύπαρξη οικισμών στην ενδοχώρα του Νομού, οι οποίοι ωστόσο είναι ακόμη αταύτιστοι.
Η πόλη των Σερρών διαθέτει ένα αξιόλογο Αρχαιολογικό Μουσείο, το οποίο στεγάζεται από το 1970 στο διατηρητέο μνημείο Μπεζεστένι», την κλειστή στεγασμένη αγορά του 15ου αι. μ.Χ., στο κέντρο της πόλης των Σερρών. Στο μουσείο παρουσιάζονται σε ενότητες ευρήματα από διαφορετικές εποχές και αρχαιολογικές θέσεις του νομού.
Εκτός από την ενότητα των προϊστορικών χρόνων, το Μουσείο εκθέτει ευρήματα από ανασκαφές σε θέσεις των ιστορικών χρόνων που πιστοποιούν την ύπαρξη αξιόλογων αρχαίων πόλεων και τη σημασία της περιοχής για τις εμπορικές και πολιτιστικές συναλλαγές από το Αιγαίο και τις πόλεις του νότιου ηπειρωτικού ελλαδικού χώρου προς τα Βαλκάνια και τη Θράκη μέχρι τα ρωμαϊκά και βυζαντινά χρόνια. Τέτοιες πόλεις είναι η Σίρι (αρχαία πόλη των Σερρών), η Βέργη (σημ. Νέος Σκοπός), η Γάζωρος, η Τερπνή, η Άργιλος, η Τράγιλος, η περιοχή του Σιδηροκάστρου.

Ο οικισμός στην αρχαία Βέργη καλύπτει 60 στρέμματα, χρονολογείται από τα τέλη του 6ου μέχρι τις αρχές του 4ου αι. π.Χ. και σ’ αυτόν βρέθηκαν πολλά κινητά ευρήματα: εργαλεία, κοσμήματα, ειδώλια, αντικείμενα οικοσκευής, νομίσματα, όπως θησαυρός 80 ασημένιων νομισμάτων με επιγραφές ΒΕΡΓ, ΒΕΡΓΑΙ, ΒΕΡΓΑΙΟΥ, και χάλκινων, με την επιγραφή ΒΕΡΓ.
Η αρχαία Αμφίπολη, πόλη κτισμένη σε οχυρή θέση που ελέγχει και τις δύο όχθες του ποταμού Στρυμόνα, διαδραμάτισε σημαντικό ιστορικό ρόλο από τα κλασικά μέχρι και τα παλαιοχριστιανικά χρόνια. Η πόλη από τη μέρα της ίδρυσής της παρέμεινε ανεξάρτητη μέχρι το 357π.Χ, που την υπέταξε ο Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας και τη χρησιμοποίησε ως βάση των στρατιωτικών του επιχειρήσεων ανατολικά του Στρυμόνα.
Η Αμφίπολη αναπτύχθηκε και μέχρι το 160 π.Χ. αποτέλεσε σπουδαίο εμπορικό κέντρο και ένα από μακεδονικά βασιλικά νομισματοκοπεία. Α’ αυτήν εξόρισε ο βασιλιάς Κάσσανδρος τη γυναίκα του Μ. Αλεξάνδρου Ρωξάνη και το γιο του Αλέξανδρο Δ΄, όπου και πέθαναν. Η ρωμαιοκρατορία, που επιβλήθηκε στη Μακεδονία με τη νίκη του Αιμίλιου Παύλου στην Πύδνα το 168 π.Χ., όρισε την Αμφίπολη πρωτεύουσα της πρώτης μερίδας της Μακεδονίας, με το όνομα Μακεδόνων Πρώτη, καθιστώντας την στα επόμενα χρόνια σημαντικό οικονομικό, στρατιωτικό, εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο της περιοχής με δικό της νομισματοκοπείο. Η ακμή της διευκολύνθηκε ιδιαίτερα από την Εγνατία οδό που διέσχιζε την περιοχή και μαρτυρείται από τα ευρήματά των ταφικών μνημείων της πλούσιας νεκρόπολής της.

Μακεδονικοί τάφοι στον Νομό Σερρών αποκαλύφθηκαν στην Τερπνή, την Άργιλο, την Αμφίπολη και τον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Αγγίστας. Οι μακεδονικοί τάφοι και τα ανάκτορα είναι αντιπροσωπευτικά δείγματα της αρχιτεκτονικής στη Μακεδονία, από τα μέσα του 4ου μέχρι και το α΄ μισό του 2ουαι. π.Χ., κατά το διάστημα της ακμής του μακεδονικού βασιλείου. Διαδόθηκαν στον βορειοελλαδικό χώρο, αλλά τους βρίσκουμε και σε άλλες περιοχές της ανατολικής Μεσογείου, όπου οι πολιτικοοικονομικές συνθήκες ήταν παρόμοιες με της Μακεδονίας, αφού οι τάφοι ανήκαν σε επιφανείς «εταίρους» ή σε τοπικούς άρχοντες και πλούσιους συγγενείς.

Ως μακεδονικοί τάφοι χαρακτηρίζονται τα υπόγεια κτιστά και καμαροσκέπαστα ταφικά μνημεία, με πρόσοψη που μιμούνταν τις προσόψεις ναών με δωρικούς ή ιωνικούς κίονες, θριγκό και αέτωμα, μονόχωρα ή δίχωρα, όπου τοποθετούσαν τον νεκρό επάνω σε κλίνη και σε θρανία. Ο τάφος έκλεινε συνήθως με μαρμάρινη θύρα με ανάγλυφη διακόσμηση σε μίμηση ξύλινων θυρωμάτων. Στον τάφο οδηγούσε δρόμος, κτιστός ή λαξευμένος στο χώμα και όλη η ταφική κατασκευή ήταν καλυμμένη με χώμα σε σχήμα κωνικού τύμβου γύρω από τον οποίο, σύμφωνα με την αρχαία συνήθεια, φύτευαν δένδρα. Στόχος αυτού του προσεγμένου και πολυδάπανου ταφικού μνημείου ήταν να μείνει αθέατο για τους θνητούς και προορισμένο αποκλειστικά για τους θεούς του Κάτω Κόσμου.
Ενδιαφέρουσα περιοχή του Νομού Σερρών είναι η αρχαιολογική θέση «Μαύρος Βράχος» Σιδηροκάστρου, όπου η ανασκαφική σκαπάνη έφερε στο φως ένα Ιερό του Απόλλωνα, των νυμφών και του Πάνα που χρονολογείται στον 2ο αι. μ.Χ.. Πρόκειται για ένα φαράγγι, δημιουργημένο ανάμεσα σε ψηλούς ασβεστολιθικούς βράχους, που οι παλιότεροι λένε ότι είχε άφθονα νερά, σήμερα όμως δεν υπάρχουν, πιθανόν λόγω των αρδευτικών έργων.
Κατά την αρχαιολογική έρευνα, στην είσοδο του φαραγγιού αποκαλύφθηκαν ίχνη κατοίκησης της νεολιθικής εποχή και στην αριστερή πλευρά του φαραγγιού λαξευτή κόγχη, ύψους 3μ. με ημικυκλική βάση στο εσωτερικό της. Η βάση έφερε πέντε βαθύνσεις, όπου τοποθετούνταν μαρμάρινα αγαλματίδια, τα οποία βρέθηκαν σε θραύσματα πεσμένα τριγύρω. Μια κλίμακα οδηγούσε στην κόγχη στο βάθος της οποίας υπήρχε εξέδρα με τρία σκαλοπάτια. Στον ίδιο χώρο βρέθηκαν τμήμα ενεπίγραφης μαρμάρινης βάσης αφιερωμένης στο θεό Απόλλωνα, κορμός Απόλλωνα, ακέφαλο αγαλμάτιο του θεού Πάνα, νομίσματα, κεραμική κ.ά.. Σύμφωνα με την κεραμική και τα νομίσματα του 4ου αι. μ.Χ. που βρέθηκαν σε στρώμα με έντονα σημεία καταστροφής, το ιερό πρέπει να καταστράφηκε στα χρόνια της βασιλείας του Κωνσταντίνου Α΄(306-337 μ.Χ.).
Μεταξύ των εκθεμάτων του Μουσείου Σερρών ξεχωρίζουν, από τη βυζαντινή εποχή, οι μοναδικές ανάγλυφες εικόνες του Χριστού Ευεργέτη και της Παναγίας και το εντοίχιο ψηφιδωτό του Αποστόλου Ανδρέα, που προέρχονται από τον μητροπολιτικό ναό των Αγίων Θεοδώρων της πόλης των Σερρών.


