Η εποχή που εγκαθιδρύθηκε η Δημοκρατία των Πειρατών
- Αντώνης Απέργης - 19 Ιανουαρίου 2026
Φυσικά, η πειρατεία στις Μπαχάμες ξεκίνησε το 1696, όταν ο κουρσάρος Χένρι Έβρι έφερε το φορτωμένο με λάφυρα πλοίο του, τα οποία είχε αρπάξει από εμπορικά σκάφη της Ινδικής Αυτοκρατορίας, στο λιμάνι του Νασάου, καθιερώνοντας το Νιου Πρόβιντενς ως τη βάση όπου οι πειρατές θα μπορούσαν να δρουν με ασφάλεια, αν και διάφοροι κυβερνήτες Αποίκων έκαναν κατά καιρούς επίδειξη καταστολής της πειρατείας. Μάλιστα, οι πειρατές έφτασαν στο απόγειο της ισχύος τους, όταν ο γαλλο-ισπανικός στόλος επιτέθηκε στο Νασάου, το 1703, με αποτέλεσμα το νησί να εγκαταλειφθεί από τους περισσότερους κατοίκους του και, φυσικά, τους Άγγλους κυβερνήτες.
Έτσι, τόσο το Νιου Πρόβιντενς όσο και άλλα νησιά του συμπλέγματος μετατράπηκαν σε βάση επιχειρήσεων για τους πειρατές, καθώς τα νερά τους ήταν πολύ ρηχά για μεγάλα πολεμικά πλοία, αλλά αρκετά βαθιά για τα γρήγορα, ρηχά σκάφη που προτιμούσαν οι πειρατές.
Έχοντας καταστρέψει τα εμπορικά πλοία που έφταναν στην περιοχή, οι πειρατές ουσιαστικά ίδρυσαν τη δική τους «Δημοκρατία» με τους δικούς τους «κυβερνήτες» και τα λάφυρά τους, που αποτέλεσαν τη βάση μιας ακμάζουσας κοινότητας που προσέλκυσε κακοποιούς, εμπόρους και τυχοδιώκτες από κάθε γωνιά του κόσμου. Η νέα αυτή «κυβέρνηση» αποτελούνταν από διάσημους πειρατές της εποχής, όπως ο Μπέντζαμιν Χόρνιγκολντ, ο Έντουαρντ Τιτς (γνωστός ως «Μαυρογένης»), ο Τζοσάϊα Μπέρτζες, ο Τσαρλς Βέιν, ο Στιντ Μπόνετ κ.ά., οι οποίοι λεηλατούσαν τριγύρω νησιά της Καραϊβικής και διοικούσαν το Νασάου με έναν δικό τους κώδικα.
Μάλιστα, ο πειρατής Τόμας Μπάροου ανακηρύχθηκε κυβερνήτης του Νιου Πρόβιντενς, ο οποίος θα μετέτρεπε το Νασάου σε μια δεύτερη Μαδαγασκάρη, με στόχο, όπως είχε πει, να προχωρήσει σε αποίκιση του νησιού και να εκδιώξει τους Γάλλους και τους Ισπανούς. Σε ό,τι αφορούσε τους Άγγλους, είχε ανακοινώσει ότι δεν σκόπευε να τους πειράξει, εκτός αν εξαπέλυαν εκείνοι πρώτοι επίθεση.
Ωστόσο, οι διαρκείς επιθέσεις των πειρατών προκάλεσαν την οργή του βασιλιά Γεώργιου Α΄, ο οποίος διέταξε την εξόντωσή τους, ορίζοντας τον Γούντς Ρότζερς ως βασιλικό κυβερνήτη στις Μπαχάμες για να βάλει τέλος στην πειρατεία και προσφέροντας χάρη σε όλους όσοι επιθυμούσαν να παραδοθούν. Βέβαια, αν και η είδηση για τη χάρη του βασιλιά έγινε αποδεχτή με ευκολία στις Βερμούδες, στο Νιου Πρόβιντενς δόθηκε μάχη για την αγγλική κυριαρχία, με τον πλοίαρχο του HMS Phoenix, Βίντσεντ Πιρς, να συλλαμβάνει αρκετούς πειρατές.
Τελικά, η κατάληψη του Νασάου ολοκληρώθηκε με επικεφαλής τον Ρότζερς, ο οποίος ανέθεσε στον Χόρνιγκολντ να κυνηγήσει και να συλλάβει τους πειρατές που αρνήθηκαν να παραδοθούν και να δεχτούν τη βασιλική χάρη, αποκαθιστώντας έτσι τον βρετανικό έλεγχο στο νησί και θέτοντας το τέλος της «πειρατικής δημοκρατίας». Όσο για όσους πειρατές συνελήφθησαν, εκτελέστηκαν το πρωί της 12ης Δεκεμβρίου του 1718, ενώ ο Βέιν και ο «Μαυρογένης» διέφυγαν και συνέχισαν τις πειρατικές τους δραστηριότητες αλλού στην Καραϊβική.


