Η χρονιά που η Αυστραλία κήρυξε τον πόλεμο στα εμού

Ήταν Νοέμβριος του 1932, όταν η τότε κυβέρνηση της Αυστραλίας κήρυξε τον...πόλεμο στα εμού, τα μεγαλόσωμα ενδημικά πτηνά, τα οποία είχαν προκαλέσει εκτεταμένες καταστροφές στο μεγαλύτερο μέρος των καλλιεργειών.

Όλα ξεκίνησαν το 1922, όταν η αυστραλιανή κυβέρνηση αποφάσισε να αλλάξει τον χαρακτηρισμό των εμού από προστατευόμενο αυτόχθονο είδος σε «παράσιτο», ως απάντηση στην καταστροφή μεγάλων ποσοτήτων ζωτικής σημασίας καλλιεργειών, όπως το σιτάρι, αλλά και εκτεταμένες ζημιές σε φράκτες σε όλη τη χώρα. Ωστόσο, η κατάσταση βγήκε εκτός ελέγχου το 1932, όταν μια ασυνήθιστα μεγάλη μετανάστευση των πτηνών λόγω ξηρασίας οδήγησε σε τεράστιες ζημιές στις καλλιέργειες στη Δυτική Αυστραλία, ιδιαίτερα στην περιοχή Κάμπιον, όπου ζούσαν βετεράνοι του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Οι βετεράνοι, που είχαν μετατραπεί σε αγρότες, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα εδάφη, αδυνατώντας να κυνηγήσουν τα εμού, καθώς οι πόροι τους ήταν εξαιρετικά περιορισμένοι και ζητώντας τη βοήθεια της κυβέρνησης. Έτσι, ο Υπουργός Άμυνας, Τζορτζ Πιρς, αποφάσισε ότι η αποστολή επαγγελματιών στρατιωτών για να βοηθήσουν τους αγρότες θα έδειχνε ότι η κυβέρνηση έλαβε σοβαρά υπόψη τα προβλήματα των βετεράνων, κηρύττοντας, επίσημα, το Νοέμβριο της ίδιας χρονιά τον πόλεμο στα πτηνά.

Μετά από τρεις ημέρες επιχείρησης, αποδείχθηκε ότι κάθε ενέργεια των στρατιωτών ήταν αναποτελεσματική απέναντι στα εμού, τα οποία είχαν καταρτίσει ένα άκρως επιτυχημένο σχέδιο απέναντι στους διώκτες τους. Μάλιστα, ο επικεφαλής των στρατιωτικών δυνάμεων, Γκουίνιντ Μέρεντιθ, δήλωσε δημόσια ότι τα πτηνά μπορούσαν να «αντιμετωπίσουν τα πολυβόλα λες και ήταν άτρωτα τανκς», καθιστώντας την εκστρατεία ταχύτατα αντιδημοφιλή στους πολίτες, που έκαναν λόγο για απάνθρωπη μεταχείριση των ζώων.

Τελικά, τα εμού κηρύχθηκαν «νικητές» του πολέμου, που έληξε μετά από σχεδόν έναν μήνα, με την κυβέρνηση, που έγινε διεθνώς περίγελος, να προμηθεύει τους αγρότες με πυρομαχικά και να θεσπίζει ακόμη και αμοιβές για το κυνήγι των πτηνών. Μέσα σε έξι μήνες διεκδικήθηκαν περίπου 57.000 επικηρύξεις για τα νεκρά ζώα, με μοναδική, ωστόσο, μόνιμη άμυνα να αποδεικνύεται η επέκταση των περιφράξεων σε μεγάλες αποστάσεις. Ωστόσο, αυτό ήταν αμφιλεγόμενο και οι αρχές κατηγορήθηκαν ότι έθεταν σε κίνδυνο την επιβίωση του είδους, εμποδίζοντάς το να ολοκληρώσει τις μεταναστεύσεις του. Τελικά, τα άγρια πτηνά προστατεύτηκαν επίσημα από τον Νόμο για την Προστασία του Περιβάλλοντος και τη Διατήρηση της Βιοποικιλότητας το 1999.