Πηγή Φωτογραφιών: Pexels και Google img/post/


Χαρακτηρισμένο ως γυμνικό άθλημα, η πάλη από παιχνίδι και γυμναστική άσκηση, κατά την αρχαιότητα, εξελίχθηκε σε ένα ιδιαίτερα αγαπητό σύγχρονο άθλημα.

Κατά τη μυθολογία, ο Ανταίος, μυθικός γίγαντας, γιος του θεού Ποσειδώνα και βασιλιάς της Λιβύης, προκαλούσε όποιον περνούσε από τη χώρα του να παλέψουν, με τον ίδιο να στέφεται πάντα νικητής. Ο Ηρακλής, περνώντας από την περιοχή για τον ενδέκατο άθλο του, αντάμωσε τον μεγαλόσωμο γίγαντα και αρπάζοντάς τον από τη μέση και ανασηκώνοντάς τον, τον πέταξε κάτω. Τις ίδιες λαβές πάλης φέρεται να χρησιμοποίησε ο ημίθεος Ηρακλής και κατά την πάλη του με τον Αχελώο και τον Τρίτωνα.

Σύμφωνα με άλλους, πάλι, μύθους η πάλη στην αρχαία Ελλάδα ήταν εύρημα του θεού Ερμή. Συγκεκριμένα, ο Φλάβιος Φιλόστρατος αναφέρει ότι την πάλη εφηύρε και δίδαξε στους ανθρώπους η κόρη του Ερμή, η Παλαίστρα, ενώ για να τονίσει ακόμη περισσότερο, τη χρησιμότητα της πάλης στον πόλεμο, σημειώνει πως στις Θερμοπύλες, το 480 π.Χ., οι τριακόσιοι Σπαρτιάτες του Λεωνίδα, όταν έσπασαν τα δόρατα και τα σπαθιά τους, έπεσαν επάνω στους εχθρούς τους με γυμνά χέρια.

athletesmos_pali3

Ακολουθώντας τις αναφορές στη λατινική και την αρχαιοελληνική γραμματεία, μπορεί κανείς να βρει πολλές αναφορές για την προέλευση της πάλης. Ο Ρωμαίος ποιητής Βιργίλιος αναφέρει πως την τεχνική της πάλης την επινόησαν τα δύο παιδιά του Θέστιου, ο Πλήξιππος και ο Ενετός, όταν σε μια γιορτινή ημέρα έκαναν επίδειξη των ικανοτήτων τους παλεύοντας μπροστά στον πατέρα τους. Η αδελφή τους, η Παλαίστρα, βλέποντάς τους, θαύμασε τις ικανότητές τους και τις διηγήθηκε στον εραστή της τον Ερμή, ο οποίος, αφού τελειοποίησε την τέχνη της πάλης, τη δίδαξε στους ανθρώπους λέγοντας, όμως, πως ήταν δική του εφεύρεση.

Στην Αρχαία Ελλάδα η πάλη αποτελούσε ένα από τα κυριότερα μέσα αγωγής των νέων, προσδίδοντας στους νέους δύναμη και ετοιμότητα πνεύματος, χωρίς να διακατέχεται από αισθήματα οργής και ανταγωνισμού, με τον φιλόσοφο Πλάτωνα να τη χαρακτηρίζει ως «τεχνικότατον και πανουργότατον των αθλημάτων».

Παρά τις μυθολογικές αναφορές, η πάλη ήταν γνωστή ήδη πολύ πριν από το 2500π.Χ., με τους Αιγυπτίους να επιδίδονται σε ασκήσεις πάλης, γεγονός που μαρτυρείται από τα αρχαϊκά αγγεία, τους αμφορείς, τις λαξευμένες παραστάσεις στους τοίχους, πάνω από τους τάφους του Μπενί Χασάν, ενώ το αγώνισμα αναφέρεται ακόμη και στον Όμηρο, ο οποίος στην Ιλιάδα, στην ραψωδία Ψ, στα «άθλα επί Πατρόκλω», αναφέρει τους αγώνες πάλης ανάμεσα στον Οδυσσέα και τον Αίαντα.

athletesmos_pali4

Η πάλη εισήχθη στα Ολύμπια το 708 π.Χ., αρχικά, στους άνδρες και αργότερα, το 632 π.Χ., στους παίδες, τόσο ως αυτόνομο άθλημα όσο και ως τμήμα του πεντάθλου, με δυο διακριτές μορφές: την «ορθία/σταδιαία ή ορθοπάλη ή πάλη», κατά την οποία οι αθλητές αγωνίζονταν μέχρις ότου ο ένας να πέσει στο έδαφος και την ««κάτω πάλη/αλίνδηση ή κυλίνδησι εν τη κόνει», κατά την οποία οι αθλητές αγωνίζονταν και στο έδαφος, μέχρις ότου ο ένας αναγκαστεί, να παραδεχθεί την ήττα του και να αποσυρθεί. Ο παλαιστής ύψωνε το χέρι του, τεντώνοντας τον μέσο δείκτη, για να τον δει ο κριτής και να διακόψει τον αγώνα.

Η ορθοπάλη ήταν το πρώτο σοβαρό αγώνισμα που τέθηκε στο πρόγραμμα των Ολυμπιακών Αγώνων, ενώ, στη συνέχεια, καθιερώθηκε στους πανελλήνιους αγώνες, στα Πύθια, στα Νέμεα και στα Ίσθμια και θεωρούνταν ένα από τα πιο αγαπημένα αγωνίσματα των Ελλήνων, χάρη στις γρήγορες και θεαματικές φάσεις, αλλά και στο ότι ο αγώνας δεν διαρκούσε πολύ. Εάν ένας παλαιστής θεωρούνταν ασυναγώνιστος, οι υπόλοιποι είχαν δικαίωμα να αποσυρθούν πριν τον αγώνα χωρίς κυρώσεις, με τον παλαιστή να ανακηρύσσεται νικητής «ακόνιτι», δηλαδή χωρίς να σκονιστεί από την άμμο του σκάμματος.

Η κάτω πάλη, αντίθετα, δεν συμπεριλήφθηκε ποτέ στο αρχαίο ολυμπιακό πρόγραμμα, αλλά ούτε και στους πανελλήνιους αγώνες, με μοναδική, ίσως, εξήγηση την επικινδυνότητα για τη ζωή των αθλητών και τη μεγάλη διάρκεια των αναμετρήσεων, γεγονός που κούραζε τους θεατές που παρακολουθούσαν τους αγώνες.

Σε γενικές γραμμές, η αρχαία πάλη έχει πολλά κοινά με τη σημερινή, με πολύ χαρακτηριστικούς τους κανόνες, τους οποίους όφειλαν οι παλαιστές να σέβονται. Συγκεκριμένα, οι αθλητές απαγορεύονταν να χτυπούν στο λαιμό και στα γεννητικά όργανα τον αντίπαλο τους, να δαγκώνουν, να βγαίνουν από τον καθορισμένο χώρο, να χτυπούν τον αντίπαλό τους όπως στην πυγμαχία, με τους παραβάτες να τιμωρούνται με χρηματικό πρόστιμο, αποβολή από τους αγώνες, ακόμα και με σωματικές ποινές.

Με την έξοδο των παλαιστών από το σκάμμα, οι κριτές διέκοπταν τον αγώνα και τους επανέφεραν στο κέντρο του σκάμματος, υποχρεώνοντάς τους να συνεχίσουν με την ίδια λαβή που είχαν πριν από τη διακοπή του αγώνα.

athletesmos_pali5

Σύμφωνα με την παράδοση, τους κανονισμούς αυτούς τους καθόρισε ο Σικελός Ορίκαδμος, με τον Κλαύδιο Αιλιανό να αναφέρει τα εξής: «ὅτι Ὀρίκαδμος πάλης ἐγένετο νομοθέτης, καθ᾽ ἑαυτὸν ἐπινοήσας τὸν Σικελὸν τρόπον καλούμενον παλαίειν».

Oι παλαιστές υποχρεούνταν να αγωνίζονται φορώντας στη μέση ένα περίζωμα, δηλαδή μια ζώνη, που είχε σαν σκοπό να τους προφυλάξει από ατυχήματα. Παρόλα αυτά, από το 648 π.Χ. και μετά, ο αγώνας πάλης καθιερώθηκε να είναι γυμνικός, αφαιρώντας το περίζωμα. Παλεύοντας στο σκάμμα που ήταν γεμάτο με βρεγμένη άμμο, το σώμα των αθλητών κολλούσε λάσπη, την οποία μετά τον αγώνα αφαιρούσαν, χρησιμοποιώντας ένα ειδικό εργαλείο, τη «στλεγγίδα» και πλένοντάς την με άφθονο νερό.

Στα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της παντοδυναμίας των Ρωμαίων, η πάλη έγινε ένα από τα πιο αγαπημένα θεάματα, με τον χαρακτήρα της, ωστόσο, να αλλοιώνεται σημαντικά και να μετατρέπεται σε ένα αιματηρό θέαμα, που φανάτιζε τα πλήθη και κατέληγε στο θάνατο ενός από τους διαγωνιζόμενους.

athletesmos_pali6

Με τη διάδοση του χριστιανισμού και την κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων, το 393μ.Χ., από τον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Θεοδόσιο Α΄, η πάλη έχασε την αίγλη της, αν και κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα παρέμεινε ένα λαϊκό δημοφιλές άθλημα, το οποίο, μεταγενέστερα, χρησιμοποιούνταν για την προετοιμασία των ακριτών.

Η επίσημη επανεμφάνιση της πάλης στην Ελλάδα έγινε το 1859 κατά τη διάρκεια της 1ης Ζάππειας Ολυμπιάδας, με το στυλ της ονομαζόμενης ελληνορωμαϊκής πάλης, όπως την ξέρουμε σήμερα, να εμφανίζεται στα τέλη του 18ου με αρχές του 19ου αιώνα, στην Ευρώπη και συγκεκριμένα τη Γαλλία, όταν το 1848, στο Παρίσι, ξεκίνησαν οι κατασκευές των πρώτων αρένων.

Το 1896, στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, η πάλη συμπεριελήφθη στο πρόγραμμα των αγώνων, με τους παλαιστές να αγωνίζονται σε μία και μοναδική κατηγορία, αυτή των βαρέων βαρών.

Πλέον, υπάρχουν επτά κατηγορίες για τους άνδρες στην ελευθέρα πάλη και άλλες τόσες στην ελληνορωμαϊκή και τέσσερις για τις γυναίκες, οι οποίες αγωνίζονται μόνο στην ελευθέρα. Tο πρώτο παγκόσμιο πρωτάθλημα ελληνορωμαϊκής πάλης διεξήχθη στη Βιέννη, το 1904, ενώ η Διεθνής Ομοσπονδία Ερασιτεχνικής Πάλης ιδρύθηκε το 1912.

athletesmos_pali7

Κορυφαίες μορφές για το άθλημα υπήρξαν ο Αλεξάντρ Καρέλιν, ο οποίος είχε κερδίσει τρία χρυσά και ένα ασημένιο μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες, ενώ είχε αναδειχθεί εννιά φορές παγκόσμιος πρωταθλητής και ο Αλεξάντερ Μεντβέντ, ο οποίος είχε διακριθεί με τρία χρυσά ολυμπιακά μετάλλια, επτά παγκόσμια και τρία ευρωπαϊκά.

Σύμφωνα με τους διεθνείς κανονισμούς η ελληνορωμαϊκή και η ελευθέρα πάλη διαφέρουν ως προς το στυλ, με την βασική διαφορά τους να βρίσκεται στα πόδια. Στην ελληνορωμαϊκή πάλη οι παλαιστές απαγορεύεται να χρησιμοποιούν τα πόδια τους για να αμυνθούν ή να επιτεθούν, εν αντιθέσει με τους συναθλητές τους στην ελευθέρα, οι οποίοι εκτός από τα χέρια χρησιμοποιούν και τα πόδια.

Στόχος του κάθε παλαιστή είναι να καταφέρει να κρατήσει την πλάτη του αντιπάλου στο ταπί , αν και ένας παλαιστής μπορεί να αναδειχθεί νικητής, λόγω τεχνικής υπεροχής, βαθμολογικής διαφοράς, τραυματισμού, εγκατάλειψης, παράβασης κανονισμών ή αποκλεισμού του αντιπάλου του. Και στα δύο στυλ, οι αθλητές κερδίζουν βαθμούς για κάθε ρίψη του αντιπάλου στο ταπί, καθώς επίσης και για τις τεχνικές που εφαρμόζουν, με τον κάθε αγώνα να διαρκεί δύο δίλεπτα με διάλειμμα μεταξύ τους 30 δευτερολέπτων.