Πηγή Φωτογραφιών: Pexels και Google Images


Αποτελώντας μια από τις σημαντικότερες επιστήμες, η Παλαιογραφία έχει ως αντικείμενό της την μελέτη των αρχαίων γραφών στις διάφορες φάσεις της εξέλιξής τους και την έντυπη αποτύπωσή τους σε διάφορα υλικά.

Στην αρχαιότητα, τα υλικά στα οποία συνήθιζαν να γράφουν ήταν η πέτρα, το ξύλο, το μέταλλο, το ελεφαντόδοντο, ο πηλός, ακόμη και το λινό ύφασμα. Ωστόσο, το πιο διαδεδομένο υλικό για γράψιμο, σε όλη την κλασική αρχαιότητα, ήταν ο πάπυρος, που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στην Αίγυπτο.

Το 2011 το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη και οι «Φίλοι» του εξέδωσαν το δωδέκατο ημερολόγιο – λεύκωμα που είχε ως θέμα τα χειρόγραφα, τα έντυπα και τη συντήρησή τους. Η ελληνική συλλογή χειρογράφων του Μουσείου αποτελείται από 27 έργα, με τα χειρόγραφα να καλύπτουν την περίοδο από τα παλαιοχριστιανικά έως τα νεότερα χρόνια.

Με τα χρόνια, τον αντικατάστησε η περγαμηνή, που εμφανίστηκε για πρώτη φορά τον 2ο π.Χ. αι., σύμφωνα με μια αρχαία παράδοση, στην Πέργαμο, στα χρόνια του βασιλιά Ευμένη Β΄. Η περγαμηνή, η διφθέρα των Ελλήνων και η membrana των Ρωμαίων, κατασκευαζόταν από δέρματα διαφόρων ζώων, κυρίως, όμως, από δέρμα μοσχαριού, κατσίκας, αρνιού ή προβατίνας.

xeirografa_2

Τον 4ο αι. η περγαμηνή διαδόθηκε σε πολλές περιοχές, ενώ από τον 7ο αι. γενικεύθηκε η χρήση της λόγω του περιορισμού των εξαγωγών παπύρου αφού η Αίγυπτος είχε κατακτηθεί από τους Άραβες και συνέχισε να χρησιμοποιείται έως και τον 15ο αι. για τη σύνταξη, κυρίως, επισήμων εγγράφων.

Από τον 13ο αιώνα, δειλά άρχισε να χρησιμοποιείται το χαρτί, το οποίο οι Κινέζοι είχαν εφεύρει από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, αλλά κρατούσαν μυστική την τεχνική της κατασκευής του έως τον 8ο αι., όταν η εφεύρεση έγινε γνωστή στους Άραβες από Κινέζους αιχμαλώτους πολέμου.

Οι Άραβες ίδρυσαν εργαστήρια χαρτιού σε πολλές πόλεις της Ανατολής, στην Αίγυπτο και στην Τυνησία, από όπου η τεχνική πέρασε στην Ευρώπη.

Τα πρώτα βιβλία είχαν τη μορφή κυλίνδρου και αποτελούνταν από μια λωρίδα παπύρου τυλιγμένη σε ξύλινη ή οστέινη ράβδο, μοναδική μορφή βιβλίου για μεγάλο διάστημα στην αρχαιότητα, έως την εμφάνιση του κώδικα, στους πρωτοχριστιανικούς αιώνες, δηλαδή του βιβλίου με τη μορφή που το ξέρουμε και σήμερα.

Σταδιακά, ο εύχρηστος κώδικας επικράτησε του κυλίνδρου, που ωστόσο ως μορφή παραμένει στα λειτουργικά ειλητάρια των βυζαντινών. Για την κατασκευή του κώδικα ετοιμάζονταν τεύχη αποτελούμενα συνήθως από τέσσερα φύλλα (παπύρου, περγαμηνής ή χαρτιού) διπλωμένα στα δύο σχηματίζοντας τα λεγόμενα τετράδια, τα οποία τοποθετούνταν με σειρά και συρράπτονταν με σπάγκο, αποτελώντας τον κορμό του κώδικα. Τα φύλλα ράβονταν και το βιβλίο καλυπτόταν με δύο ξύλινες πινακίδες, επενδυμένες με δέρμα, για την προστασία του. Αυτή ήταν η στάχωση του βιβλίου.

xeirografa_3

Το σημαντικότερο όργανο γραφής με μελάνι, πάνω σε πάπυρο ή περγαμηνή, ήταν ο κάλαμος ή γραφίς, ένα μικρό καλάμι, που η μια του άκρη ήταν αιχμηρή και χωρισμένη στα δύο με μια μικρή σχισμή κατά μήκος, όπως η μύτη μιας σύγχρονης πένας. Χρησιμοποιώντας τον διαβήτη οι γραφείς όριζαν ίσες αποστάσεις στο φύλλο της περγαμηνής, ώστε να διασφαλίζεται η συμμετρία στη χάραξη των απαραίτητων για τη γραφή οριζόντιων γραμμών. Ορίζονταν ακόμη τα περιθώρια και οι στήλες του κειμένου, που συνήθως ήταν μία ή δύο, ώστε ο κώδικας να φαίνεται τακτικός και ακριβής.

Παραδοσιακός τύπος γραφής, για πολλούς αιώνες, παρέμεινε η μεγαλογράμματη γραφή, που ήταν συνεχής, δίχως χωρισμό ανάμεσα στις λέξεις και σχεδόν πάντα χωρίς πνεύματα και τόνους. Η κατεξοχήν, όμως, γραφή των βυζαντινών κωδίκων είναι η μικρογράμματη που εμφανίζεται τον 9ο αιώνα, η γραφή που πέρασε στην τυπογραφία και αντιπροσωπεύει έως και σήμερα τη γραφή της ελληνικής γλώσσας.

xeirografa_4

Οι κώδικες συχνά ήταν εικονογραφημένοι και οι κύκλοι των μικρογραφιών που τους διακοσμούσαν προέκυπταν από το περιεχόμενο των κειμένων. Με τον τρόπο αυτό οι μικρογραφίες ζωντάνευαν το κείμενο και το αναδείκνυαν, ενώ παράλληλα υπήρχε κομψότητα και αισθητική αρμονία στις σελίδες των βιβλίων.

Η παράδοση της συγγραφής και διακόσμησης χειρόγραφων βιβλίων συνεχίστηκε και μετά την εφεύρεση της τυπογραφίας ( μέσα 15 ου αιώνα), η οποία συνέβαλε στη διάδοση του έντυπου βιβλίου και στην αύξηση της παραγωγής του. Οι σελίδες του βιβλίου εικονογραφούνταν από παραστάσεις φιλοτεχνημένες με διάφορες τυπογραφικές διαδικασίες, όπως ξυλογραφία, λιθογραφία και χαλκογραφία .

Η αντιγραφή των κωδίκων γινόταν σε οργανωμένα βιβλιογραφικά εργαστήρια, σε μεγάλα μοναστήρια και ήταν μια επίπονη και χρονοβόρα εργασία, όπως επίπονη και χρονοβόρα θα πρέπει να θεωρηθεί και η συντήρηση των έντυπων και χειρόγραφων βιβλίων, που διασώθηκαν και είναι πλέον μουσειακά αντικείμενα, μάρτυρες πολιτισμού και μέσα μετάδοσης πληροφοριών, που πρέπει να περάσουν στις επόμενες γενιές.

xeirografa_5

Το χειρόγραφο και έντυπο υλικό λόγω της σύνθετης δομής του είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο, ενώ, παράλληλα, η ανομοιογένεια των υλικών, όπως οι ποικίλοι τύποι χαρτιού, η περγαμηνή, το δέρμα ή το ύφασμα της βιβλιοδεσίας, τα μελάνια, οι χρωστικές ουσίες και οι διαφορετικές τεχνικές προκαλούν δυσκολίες στην προστασία και τη διατήρησή τους. Βασικός, όμως, εχθρός μιας συλλογής είναι οι περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως το φως, η θερμοκρασία, το φως του ήλιου, η υγρασία, και οι ρύποι της ατμόσφαιρας.

Τα περισσότερα βυζαντινά χειρόγραφα που βρίσκονται στις ελληνικές βιβλιοθήκες ή συλλογές είναι θεολογικά. Τη μεγαλύτερη ομάδα του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης αποτελούν οι περγαμηνοί κώδικες με το σημαντικότερο χριστιανικό κείμενο, το Ευαγγέλιο. Ξεχωρίζουν, ακόμη, το φύλλο πορφυρού κώδικα Ευαγγελίου με χρυσά και αργυρά γράμματα, από το Σαμουρσακλί της Καππαδοκίας της Μ. Ασίας, και το τετραευάγγελο με τις προσωπογραφίες των συγγραφέων ευαγγελιστών.

Σύμφωνα με το κείμενο της ιστοσελίδας του Μουσείου, υπάρχουν τετραευάγγελα και ευαγγελιστάρια, με διάφορες περικοπές, κώδικες με λειτουργικά βιβλία απαραίτητα στις εκκλησιαστικές ακολουθίες, μουσικά χειρόγραφα, Μηναία με λειτουργίες και βίους αγίων, χειρόγραφα με τις Προφητείες και το Ψαλτήριο, το οποίο αντιγράφηκε πολύ συχνά και εκτός από το θεολογικό του περιεχόμενο ήταν αγαπητό και ως διδακτικό βιβλίο για την εκμάθηση της ανάγνωσης. Από τα νεότερα έργα της συλλογής είναι τα κατάστιχα οικονομικού περιεχομένου και ένα πατριαρχικό σιγγίλιο. Τέλος, εντυπωσιάζουν τα λυτά φύλλα από το Κοράνι και ένα οθωμανικό χειρόγραφο».