Πηγή Φωτογραφιών: Pexels


Η Μονεμβασιά, η Μαλβαζία των Φράγκων, το πέτρινο καράβι του ποιητή Γιάννη Ρίτσου, είναι ένας αληθινά ανοικτός μουσειακός χώρος, που μαρτυρεί ζωή από την παλαιοχριστιανική εποχή μέχρι σήμερα.

«Κυρά Μονοβασιά μου, πέτρινο καράβι μου.
Χιλιάδες οι φλόκοι σου και τα πανιά σου.
Κι όλο ασάλευτη μένεις
να με αρμενίζεις μες στην οικουμένη».

- Γιάννης Ρίτσος

Η Μονεμβασιά βρίσκεται στη νοτιοδυτική ακτή της Πελοποννήσου, στους πρόποδες ενός βράχου, ύψους 183μ., μια καστροπολιτεία, με μοναδική της πρόσβαση, από τη στεριά, μια στενή λωρίδα γης, στην οποία οφείλει και το όνομά της που σημαίνει «μοναδική είσοδος».

Διαιρείται σε δυο τμήματα, που επικοινωνούν μεταξύ τους με μια, σκαλισμένη στον βράχο, σκάλα: την Πάνω Πόλη, ακατοίκητη σήμερα, κτισμένη πάνω στο πλάτωμα της κορυφής του βράχου και την Κάτω Πόλη, που κατοικείται σήμερα, κτισμένη στη νοτιοανατολική πλευρά του.

Εδώ ήδη από τον 6ο αι.μ.Χ. βρήκαν καταφύγιο οι Λάκωνες, προκειμένου να γλυτώσουν από τις επιδρομές των Βησιγότθων και των Αράβων, και οικοδομήθηκε ο πρώτος οικισμός, η Άνω Πόλη, ενώ αργότερα, πιο χαμηλά, δημιουργήθηκε ένας ακόμη οικισμός, η Κάτω Πόλη, που αναπτύχθηκε αποκτώντας μεγάλη στρατηγική σημασία.

Το 1248, πολιορκήθηκε από τους Φράγκους του Γουλιέλμου Β' Βιλλεαρδουίνου και τελικά υπέκυψε αλλά επανακτήθηκε από τους Βυζαντινούς, το 1262, και αποτέλεσε βάση του βυζαντινού στόλου για την ανακατάληψη των πελοποννησιακών εδαφών. Τα βυζαντινά αυτοκρατορικά χρυσόβουλα τής παραχώρησαν οικονομικά, διοικητικά και εκκλησιαστικά προνόμια, καθιστώντας την κέντρο οικονομικό και εκκλησιαστικό, με τους κατοίκους της να χαρακτηρίζονται από τους ιστορικούς ως έμποροι, ναυτικοί, πλοιοκτήτες και… πειρατές.

 rio_5

Το 1394 καταλαμβάνεται προσωρινά από οθωμανική φρουρά, το 1460 οι Μονεμβασίτες ζητούν την προστασία του Πάπα Πίου του Β΄, το 1464 αναγκάζονται να παραδώσουν την πόλη τους στους Ενετούς, το 1540 βιώνουν την τουρκική κατοχή αλλά η Μονεμβασιά εξακολουθεί να είναι μεγάλο λιμάνι. Το 1690 επανέρχεται στον ενετικό έλεγχο για να την ανακαταλάβουν το 1715 οι Τούρκοι. Είναι η πρώτη από τις οχυρές πόλεις της Πελοποννήσου που απελευθερώθηκε το 1821, από τον οπλαρχηγό Τζανετάκη Γρηγοράκη.

Η οχύρωσή της είναι η τυπική των μεσαιωνικών χρόνων, δηλαδή Ακρόπολη στο ψηλότερο σημείο, με πύργο σε κάθε γωνία του τραπεζιόσχημου οχυρού, και δυο οχυρωματικούς περιβόλους ανάμεσα στην Πάνω και την Κάτω Πόλη.

«Ἐτοῦτο τὸ τοπίο εἶναι σκληρὸ σὰν τὴν σιωπή, σφίγγει στὸν κόρφο του
τὰ πυρωμένα λιθάρια, σφίγγει τὰ δόντια. Δὲν ὑπάρχει νερό. Μονάχα φῶς. Ὁ
δρόμος χάνεται στὸ φῶς κι ὁ ἴσκιος τῆς μάντρας εἶναι σίδερο. Ἡ ρίζα σκοντάφτει
στὸ μάρμαρο. Δὲν ὑπάρχει νερό. Ὅλοι διψᾶνε. Χρόνια τώρα. Ὅλοι μασᾶνε μιὰ
μπουκιὰ οὐρανὸ πάνω ἀπὸ τὴν πίκρα τους».

- Γιάννης Ρίτσος

Η Πάνω Πόλη με τον πρώτο περίβολο είναι οχυρωμένη μόνο στα σημεία που ήταν προσβάσιμα από τον εχθρό, αφού οι απότομοι γκρεμοί της αποτελούν φυσικό οχυρό. Κατά την εποχή που αυξήθηκε ο πληθυσμός της δημιουργήθηκε ένας νέος οχυρωματικός περίβολος με σχήμα το ανεστραμμένο Π που προστάτευε την Κάτω Πόλη.

Η είσοδος στην Πάνω Πόλη διευκολυνόταν από μια κεντρική πύλη σε όλη τη διάρκεια της βυζαντινής εποχής, και τέσσερις στην Κάτω, με εκείνη στο νότιο, προς τη θάλασσα, τείχος, την πύλη Πορτέλλο να εξυπηρετεί την επικοινωνία με τη θάλασσα.

Η Κάτω Πόλη είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα μεσαιωνικής καστροπολιτείας, που διασχίζεται με δυο κάθετους, από πέτρα, δρόμους (καλντερίμια), που οδηγούν στις τέσσερις πύλες της, με σκαλοπάτια όπου το απαιτεί η κλίση του εδάφους. Μερικά σημεία των δρόμων σκεπάζονται από καμάρες που λέγονται διαβατικά ή δρομικές και πάνω σ’ αυτές, λόγω έλλειψης χώρου, κτίζονται σπίτια.

 rio_5

Αξίζει κανείς να περιπλανηθεί σ’ αυτόν τον μοναδικό μεσαιωνικό οικισμό της Πελοποννήσου, να γίνει κάτοικος του κάστρου που τον καλωσορίζουν οι εκκλησιές, τα σοκάκια και τα αρχοντικά του.

Ο ναός της Αγίας Σοφίας: είναι το μοναδικό σχεδόν απείραχτο από τον χρόνο κτίσμα της Πάνω Πόλης, ένας από τους σπανιότερους και ωραιότερους βυζαντινούς ναούς, χτισμένος τον 12ο αι.. Οκταγωνικός ναός, διακοσμημένος με τοιχογραφίες και γλυπτά, που οι ερευνητές τον ταυτίζουν με τη Μονή της Οδηγήτριας του 1150μ.Χ. και τον θεωρούν αντίγραφο της Αγίας Σοφίας της Κωνσταντινούπολης.

Ο ναός του Ελκόμενου Χριστού: βρίσκεται στην κεντρική πλατεία της Μονεμβασιάς και είναι μια τρίκλιτη βασιλική με τρούλο, κτιστό σύνθρονο1 και επισκοπικό θρόνο, η οποία έχει δεχθεί μετασκευές και συμπληρώσεις στον νάρθηκα, τον πρόναο και το τέμπλο. Ο ναός, που εντυπωσιάζει με το πέτρινο καμπαναριό του, στις περιόδους της οθωμανικής κατοχής είχε μετατραπεί σε τζαμί, ενώ κατά την ενετική κατοχή του 17ου αι. είχε μετατραπεί σε ίδρυμα καθολικών μοναχών. Οι εικόνες του ναού είναι σπάνια και μοναδικά έργα τέχνης, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζει η εικόνα της Σταύρωσης.

Η εκκλησία της Μυρτιδιώτισσας: μονόκλιτη βασιλική, κτίστηκε το 1690 και οφείλει το όνομα της στην εικόνα της Παναγίας που βρέθηκε μέσα σε μυρτιές και μεταφέρθηκε στη Μονεμβασιά από το νησί των Κυθήρων. Τον 17ο αι., επειδή γύρω από τον ναό εγκαταστάθηκαν πολλοί Κρητικοί, ονομάστηκε Παναγία Κρητικιά.

 rio_5

Ναός Παναγίας Χρυσαφίτισσας: γραφικό εκκλησάκι με εξαιρετική θέα, προς το τέλος της καστροπολιτείας, σε πλατεία με πλάκες που έχουν στίχους από ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου. Τετράγωνη αίθουσα, στεγασμένη ολόκληρη με χαμηλό τρούλο, κτίστηκε τον 17ο αιώνα στη θέση του παλιότερου ναού της Παναγίας της Οδηγήτριας. Φέρει την ομώνυμη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, πιθανόν έργο του 15ου-16ουαιώνα, η οποία, σύμφωνα με την παράδοση, βρισκόταν αρχικά στο χωριό Χρύσαφα της Λακωνίας από όπου, μόνη της, με τρόπο θαυμαστό, έφτασε στη Μονεμβασιά, στο σημείο που ιδρύθηκε αργότερα ο ναός και το μοναστήρι της Παναγίας Χρυσαφίτισσας.

Αρχαιολογικό μουσείο: βρίσκεται στην κεντρική πλατεία και είναι κτήριο του 16ου αιώνα, που αρχικά λειτούργησε σαν τζαμί, στην Ενετοκρατία έγινε φράγκικη εκκλησία, για να ξαναγίνει τζαμί τον 8ο αιώνα. Εδώ στεγάζεται η Αρχαιολογική Συλλογή της Μονεμβασίας με στοιχεία για την ταυτότητα και την ιστορία της πόλης, μια μόνιμη έκθεση που παρουσιάζει ποικίλα ευρήματα, τεκμήρια του παρελθόντος της Μονεμβασιάς, ιστορικές μαρτυρίες της ανθρώπινης δραστηριότητας και της καλλιτεχνικής της ζωής.

Και φυσικά απαραίτητο είναι και το ταξίδι στον χώρο της γεύσης.

Πρέπει να γευτεί κανείς το γλυκό τοπικό κρασί μαλβαζία (παραγόταν αποκλειστικά στη Λακωνία από τον 12ο αι.μ.Χ. και με το λατινογενές του όνομα εξαγόταν στη Δύση), τις γκόγκες ή γκόγκιζες (χειροποίητο παραδοσιακό τοπικό ζυμαρικό, που σερβίρεται με σάλτσα ντομάτα και τριμμένο τυρί), τα σαΐτια ή τσαΐτια (τηγανητά αλμυρά πιτάκια με χορταρικά και τυρί), τον μπρούστουλα (πίτα με φύλλα, τραχανά, θρούμπι (=αρωματικό φυτό), σύγκλινο και μέλι), τα αμυγδαλωτά , τους σαμουσάδες(σιροπιαστό γλυκό με αμύγδαλο, καρύδι, μοσχοκάρυδο, σουσάμι, κανέλα και γαρύφαλο).

«Ο βράχος. Τίποτ’ άλλο. Η αγριοσυκιά κι η σιδερόπετρα.
Πάνοπλη θάλασσα. Καθόλου χώρος για γονυκλισία.
Έξω απ’ την πύλη του Ελκομένου
πορφυρό πορφυρό μέσα στο μαύρο. Οι γριές με τα καζάνια τους
λευκαίνοντας το πιο μακρύ φαντό της ιστορίας περασμένο σε κρίκους
απ’ τις σαράντα τέσσερις βυζαντινές καμάρες…».

- Γιάννης Ρίτσος

1 Ονομάζεται η κατασκευή ή το σύνολο των καθισμάτων, που βρίσκονται διατεταγμένα στην ανατολική πλευρά του ναού και μάλιστα στον χώρο του Ιερού Βήματος, κατά κανόνα γύρω από την Αγία Τράπεζα, στην αψίδα του ναού.