Πηγή Φωτογραφιών: Pexels και Google Images


Επιβλητικός και φλεγματικός, ο Μάνος Κατράκης υποδύθηκε διάφορος χαρακτήρες, από μεγαλοτσιφλικάδες και βιομηχάνους ως ταπεινούς καλόγερους, με την ηχηρή φωνή του να είναι μια από τις χαρακτηριστικότερες του ελληνικού καλλιτεχνικού χώρου.

Μια φορά και έναν καιρό…

Ο Μάνος Κατράκης γεννήθηκε στις 14 Αυγούστου 1908 στο Καστέλι Κισσάμου και ήταν το μικρότερο από τα πέντε παιδιά της οικογένειας, η οποία, όταν ο Κατράκης ήταν 10 ετών, μετακόμισε στην Αθήνα με την ελπίδα ότι τα οικονομικά της και οι επαγγελματικές υποχρεώσεις του πατέρα θα βελτιώνονταν.

Σε αρκετά νεαρή ηλικία, αναγκάστηκε να γίνει ο προστάτης της οικογένειας, καθώς ο πατέρας του έλειπε για μεγάλα χρονικά διαστήματα για επαγγελματικούς λόγους και ο μεγαλύτερος αδελφός του είχε μεταναστεύσει στην Αμερική.

manos_katrakis_2

Η πρώτη του εμφάνιση στη μεγάλη σκηνή ήρθε το 1927, στο έργο «Για την αγάπη μας», το οποίο του άνοιξε τις πόρτες του κινηματογράφου, με το ταλέντο του να είναι, παρά το νεαρό της ηλικίας του, ολοφάνερο.

Οι κριτικές και οι μεγάλες συνεργασίες

Οι κριτικοί από τις πρώτες του κιόλας παραστάσεις τον λάτρεψαν, με τον Άλκη Θρύλο (σ.σ. Ελένη Ουράνη) να γράφει για την εμφάνισή του στον «Ερωτόκριτο», στο ρόλο του Χαρίδημου: «Υπήρξε μια αποκάλυψη. Ο κ. Κατράκης γέμισε τη σκηνή μόλις παρουσιάστηκε, χόρεψε με χάρη γοητευτική και μια εξαιρετική ευλυγισία και έπαιξε σαν δοκιμασμένος ηθοποιός».

manos_katrakis_3

Παρόμοιους χαρακτηρισμούς του απέδωσε και ο Μιχαήλ Ροδάς, ο οποίος τον χαρακτήρισε «λεβέντη στην όψη και στο κορμί», «ελπίδα του νεωτέρου μας θεάτρου, ένα καλλιτεχνικό αστέρι λαμπρό» για το οποίο «η Κρήτη που τον έβγαλε έπρεπε να υπερηφανεύεται».

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920, έχοντας ήδη παίξει στον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη και σε τοπικούς θιάσους, αλλά και στη βουβή ταινία «Το λάβαρο του ’21», ο Κατράκης άρχισε μια μεγάλη καριέρα. Προσλήφθηκε στο Εθνικό Θέατρο, όπου έπαιξε πλάι σε μεγάλους πρωταγωνιστές, γνωρίστηκε με σημαντικές προσωπικότητες του καιρού, όπως με τον μαέστρο Δημήτρη Μητρόπουλο με τον οποίον έγιναν φίλοι και εντάχθηκε σε κορυφαίους θιάσους της περιόδου εκείνης, όπως του Μυράτ, του Λούη, του Αργυρόπουλου κ.ά..

Κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου, κατατάχθηκε στον πόλεμο, ενώ, αμέσως μετά την κατάρρευση του μετώπου και τη γερμανική εισβολή, εντάχθηκε στις γραμμές του Ε.Α.Μ. και του Κ.Κ.Ε., έχοντας ενεργή συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση.

Από την Κατοχή στην εξορία

Όπως ήταν αναμενόμενο, η μεγάλη πείνα του χειμώνα του 1941 δεν τον προσπέρασε και ο Κατράκης έκανε ό,τι μπορούσε για εξασφαλίσει στην έγκυο γυναίκα του, την αδελφή και τη μητέρα του ένα πιάτο φαΐ. Έκανε όποια δουλειά μπορούσε, χωρίς να διστάζει να πουλήσει ακόμη και τα κουστούμια του για να βγάλει τα προς το ζην.

Η τραγωδία δεν άργησε να χτυπήσει την οικογένεια Κατράκη και η γυναίκα του, στον 8ο μήνα της εγκυμοσύνης της, απέβαλε τα δίδυμα που κυοφορούσε. Παρά τις δυσκολίες, το 1943, έγινε Πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών και από τη θέση αυτή συνέβαλε τα μέγιστα στην ίδρυση του Κρατικού Θεάτρου Θεσσαλονίκης, όπου και έπαιξε μέχρι το 1946.

manos_katrakis_4

Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, εκδιώχθηκε από το Εθνικό Θέατρο, λόγω των αριστερών πεποιθήσεών του και η πεισματική του άρνηση να υπογράψει «δήλωση μετανοίας και αποκήρυξης των κομμουνιστικών ιδεών» τον οδήγησε σε διώξεις, βασανιστήρια και, τελικά, σε εξορία στην Ικαρία, τη Μακρόνησο και τον Άη Στράτη για επτά χρόνια.

Οι δυσκολίες της εξορίας, τα βασανιστήρια δεν τον λύγισαν ποτέ, απεναντίας η αλληλεγγύη ανάμεσα στους συναγωνιστές τον βοήθησε να ανταπεξέλθει. Εκεί, γνώρισε και συνδέθηκε με σημαντικές προσωπικότητες των Γραμμάτων και των Τεχνών, όπως ο Γιάννης Ρίτσος, ο Μενέλαος Λουντέμης, ο Τζαβαλάς Καρούσος κ.ά., με τους οποίους συνδέθηκε φιλικά.

manos_katrakis_5

Όπως χαρακτηριστικά είχε αναφέρει ο Γιάννης Ρίτσος, όταν οι Αλφαμίτες τον βασάνιζαν κα του ζητούσαν να γονατίσει μπροστά τους αλλιώς θα τον σκότωναν, ο Κατράκης αρνιόταν και όταν εκείνοι του είπαν: «Τι παριστάνεις, ρε, τον Μαρίνο Κονταρά;»(σ. σ. ήρωα από την ομώνυμη ταινία στην οποία είχε πρωταγωνιστήσει), ο ηθοποιός απάντησε: «...όχι ρε παιδιά, δεν παριστάνω τον Μαρίνο Κονταρά, απλά τον άνθρωπο».

Παρά τις κακουχίες και τα βασανιστήρια, ποτέ του δεν δέχθηκε να υπογράψει δήλωση μετάνοιας, με τον διάλογο που διαμείφθηκε ανάμεσα σ’ αυτόν και τη μητέρα του, την οποία λάτρευε, να είναι χαρακτηριστικός μέχρι σήμερα:

- «Τι είναι Μανόλη;»
- «Θες να ’ρθω στο σπίτι, μάνα;»
- «Πώς θα ’ρθεις;»
- «Ε… θα υπογράψω και θα ’ρθω»
- «Ίντα να υπογράψεις;»
- «Δήλωση.»
- «Ίντα δήλωση;»
- «Ότι δεν είμαι αυτό που είμαι…»
- «Και δεν είσαι;»
- «Είμαι!»
- «Μην υπογράψεις, κερατά, μην υπογράψεις…»

Η επιστροφή και το μεγάλο κεφάλαιο του Λαϊκού Θεάτρου

Στις αρχές του 1950, επέστρεψε στην Αθήνα, αλλά το μετεμφυλιακό κλίμα τον ανάγκασε να κάνει ευκαιριακές δουλειές, κατορθώνοντας να πάρει ποικίλους ρόλους στο θέατρο και στον κινηματογράφο, με το ταλέντο του να νικά την εχθρότητα και τους αποκλεισμούς που έθετε το κράτος.

manos_katrakis_6

Από το 1952 ως το 1967 καταξιώθηκε ως ένας από τους κορυφαίους και πιο λαοφιλείς πρωταγωνιστές, καταφέρνοντας να πραγματοποιήσει το όραμά του, το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο, ιδέα την οποία εμπνεύστηκε από το θέατρο της εξορίας και το Λαϊκό Θέατρο του Βασίλη Ρώτα, επιθυμώντας να διασκεδάζει και να διαπαιδαγωγεί τα λαϊκά στρώματα.

Από την πρώτη στιγμή, ο κόσμος της Αθήνας αγκάλιασε το Λαϊκό Θέατρο του Κατράκη και πολύ σύντομα άρχισε περιοδείες σε επαρχιακές πόλεις, ανεβάζοντας δημοφιλή ηθογραφικά έργα, όπως «ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας», η «Γκόλφω», αλλά και έργα με προοδευτικό κοινωνικό, φιλειρηνικό και αντιστασιακό περιεχόμενο, όπως ο «Καραϊσκάκης» του Φωτιάδη, το «Φουέντε Οβεχούνα» του Λόπε ντε Βέγκα, ο «Καπετάν Μιχάλης» του Νίκου Καζαντζάκη κ.ά..

Το 1962 ο Κατράκης βραβεύτηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαν Φρανσίσκο για την ερμηνεία του Κρέοντα στην ταινία «Αντιγόνη», συναγωνιζόμενος κινηματογραφικές προσωπικότητες παγκόσμιας εμβέλειας, όπως ο Λόρενς Ολίβιε και ο Μπαρτ Λάνκαστερ.

manos_katrakis_6a

Μόλις επιβλήθηκε η Xούντα, ο Κατράκης εκδιώχθηκε από το θέατρο του Άλσους στο Πεδίον του Άρεως, όπου ανέβαιναν οι παραστάσεις του Λαϊκού Θεάτρου, πληρώνοντας με πολλούς τρόπους, για άλλη μια φορά, το τίμημα της πολιτικής του ιδεολογίας.

Η επάνοδος, οι ρόλοι – θηρία και το τέλος

Η υγεία του κλονίστηκε σοβαρά, η «παρουσία» του στα αστυνομικά τμήματα και την Ασφάλεια ήταν κάτι περισσότερο από καθημερινή και η οικονομική του κατάσταση είχε, επίσης, επιδεινωθεί δραματικά.

Η καλλιτεχνική επάνοδός του ήρθε λίγο πριν την πτώση της Χούντας, όταν, έπειτα από απαίτηση του σκηνοθέτη φίλου του Τάκη Μουζενίδη, προσλήφθηκε στο Εθνικό Θέατρο, μεγαλουργώντας στους ρόλους του Δον Κιχώτη, του Οθέλλου, του Προμηθέα Δεσμώτη, αλλά και του Οιδίποδα Τυράννου, σε μια παράσταση που έλαβε διθυραμβικές κριτικές από το εγχώριο αλλά και το διεθνές κοινό στις περιοδείες που έκανε το Εθνικό Θέατρο.

Το 1983, παρά την πολύ άσχημη κατάσταση της υγείας του, εμφανίστηκε στην ταινία «Ταξίδι στα Κύθηρα» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, γιατί, όπως δήλωνε ο ίδιος, η ταινία ήταν «το επισφράγισμα μιας μακράς και σχεδόν άγονης κινηματογραφικής εμπειρίας», καθώς για πολλά χρόνια ήταν αναγκασμένος, για λόγους βιοπορισμού, να εμφανίζεται σε πολλές εμπορικές ταινίες.

manos_katrakis_7

Παρά το ότι αμέσως μετά τη συμμετοχή του στην ταινία του Αγγελόπουλου, για την οποία κέρδισε βραβείο Α΄ Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ των Καννών, δέχτηκε προτάσεις για συμμετοχή σε διεθνείς κινηματογραφικές παραγωγές, η συνεχής επιβάρυνση της υγείας του δεν του επέτρεψε να τις αξιοποιήσει.

Πέθανε στις 2 Σεπτεμβρίου 1984, νικημένος από τον καρκίνο του πνεύμονα, έχοντας στο πλάι του τη σύντροφο της ζωής του, τη Λίντα Άλμα, με την οποία ήταν μαζί από το 1954.